ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΟΣΚΑΡ ΛΑΦΟΝΤΕΝ;

Για τις «διαμάχες για τα πρόσωπα» στο κόμμα Die Linke


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, Δευτέρα 01.02.2010


Η ανακοίνωση της απόφασης του Όσκαρ Λαφοντέν, Συμπροέδρου του γερμανικού κόμματος Die Linke και πρώην Προέδρου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, πριν δύο Σάββατα ότι «αποκλειστικά για λόγους υγείας» αποσύρεται από την κεντρική γερμανική πολιτική σκηνή – δε θα είναι ξανά υποψήφιος για Πρόεδρος του Die Linke στο Συνέδριο του κόμματος τον Μάιο στο Ροστόκ και θα παραιτηθεί από τη βουλευτική του ιδιότητα, παραμένοντας επικεφαλής μόνο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στο γενέθλιο κρατίδιο του Ζάαρ – δεν ήταν ακριβώς «αναπάντεχη». Σχεδόν αμέσως μόλις καταλάγιασαν οι γιορτασμοί για τη μεγάλη νίκη της γερμανικής αριστεράς στις τελευταίες εκλογές – 11,9% στην Ομοσπονδιακή Βουλή και σχηματισμός κοινοβουλευτικών ομάδων σε 6 «ανατολικογερμανικά» και 6 «δυτικογερμανικά» κρατίδια, συμπεριλαμβανόμενης και της Βαυαρίας – ξέσπασε αυτό που στην κομψότερη κομματική γλώσσα αναφέρεται ως «διαμάχη για τα πρόσωπα». Κομψότερη, καθώς στην τραχύτερη δημοσιογραφική γλώσσα η Νόιες Ντόιτσλαντ (πρώην επίσημο όργανο της Κ.Ε. του κυβερνώντος την Ανατολική Γερμανία SED, στη συνέχεια προσκείμενη στο PDS και στο Die Linke με μια σχέση ανάλογη αυτής Αυγής και ΣΥΝ) εδώ και δύο μήνες τιτλοφορούσε το φάκελο των σχετικών άρθρων στην ηλεκτρονική της έκδοση «Αγώνας για την εξουσία στο Die Linke».

    Ο σκληρός εκλογικός αγώνας, που οδήγησε σ΄ ένα τόσο εκπληκτικό εκλογικό αποτέλεσμα, δόθηκε υπό την καθοδήγηση μιας τριάδας: Tου Προέδρου του κόμματος Όσκαρ Λαφοντέν  (ο συμπρόεδρος του Λόταρ Μπίσκι έχει αποσυρθεί στις Βρυξέλλες από τότε που ανέλαβε Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Αριστεράς). Του Γέγκορ Γκίζι (Προέδρου της νέας Κ.Ο. στην Ομοσπονδιακή Βουλή). Και του Ντίτμαρ Μπαρτς, Γραμματέα του κόμματος. Κατά γενική ομολογία, όμως, ο «αρχιτέκτονας» της νίκης, αυτός που «κέρδισε» τα 6 δυτικογερμανικά κρατίδια κάνοντας τη μεγάλη διαφορά, ήταν ο Λαφοντέν. Αυτός υπήρξε ωστόσο και ο κύριος στόχος της «διαμάχης για τα πρόσωπα», και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται καθόλου ή να μιλά: Διέκοψε την 3μηνη απουσία και σιωπή του μόλις στις 19 Ιανουαρίου, όταν εμφανίστηκε στην τοπική γιορτή για την Πρωτοχρονιά της Κ.Ο. του Die Linke στην τοπική  Βουλή στο Ζααρμπρίκεν.
Τι συνέβη τελικά, ώστε η νικηφόρα διάθεση της «βάσης» και των ψηφοφόρων του Die Linke να τραυματιστεί και να περιγράφεται σήμερα ως «χάλια»;

                            Τα γεγονότα

Σύμφωνα με το ιδρυτικό Συνέδριο του Die Linke το 2007, η διπλή Προεδρία (ένας εκπρόσωπος από καθένα από τα δύο συστατικά του κόμματα, το ανατολικογερμανικό PDS με ημερομηνία ίδρυσης 1990, τα στελέχη του οποίου προέρχονται κυρίως από το κυβερνών στην Ανατολική Γερμανία SED,  και το δυτικογερμανικό WAGS, με ημερομηνία ίδρυσης το 2005, τα στελέχη του οποίου είναι κυρίως σοσιαλδημοκράτες συνδικαλιστές που αποχώρησαν από το κόμμα τους όταν ο Σρέντερ με την πολιτική «Ατζέντα 2010» δρομολόγησε τη γοργή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους) αποτελεί μεταβατικό καθεστώς, που τερματίζεται το 2010. Ο Λαφοντέν είχε ταχθεί υπέρ της συνέχισης της, ενώ ο Μπαρτς υπέρ του περάσματος σε μονοπρόσωπη, όπως προβλεπόταν. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, όλα έδειχναν ότι ο Λαφοντέν θα ήταν και στο μέλλον ο ένας από τους δύο ή, το πιθανότερο, ο μοναδικός Πρόεδρος του Die Linke (o Μπίσκι είχε δηλώσει από το 2008 ότι δε θα είναι ξανά Πρόεδρος και ο Γκίζι επανειλλημένα ότι δεν ενδιαφέρεται). Η «διάθεση» του Μπαρτς να είναι αυτός ο μοναδικός Πρόεδρος δε φαινόταν να έχει ελπίδες.   
Αμέσως μετά τη μετεκλογική συγκρότηση της Κ.Ο. στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (9.10.2009), ο Λαφοντέν ζήτησε και πήρε άδεια, αφού δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι δε θα είναι ξανά επικεφαλής της, καθώς «από καιρό είχα την πρόθεση ν΄ ασχοληθώ  αποκλειστικά με την Προεδρία του Κόμματος».   Τα ΜΜΕ, που κατά την προεκλογική εκστρατεία τον είχαν αντιμετωπίσει εξαιρετικά επιθετικά, άρχισαν να κατασκευάζουν σενάρια. Πρωτοπόρος ήταν ο ρόλος του Spiegel, που από την άνοιξη είχε ξεκινήσει εκστρατεία προσωπικών επιθέσεων ενάντια στον Λαφοντέν με προφανή στόχο να δημιουργηθούν προσκόμματα στην ανανέωση της θητείας του - πράγμα για το οποίο οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν ζωτικό συμφέρον. Μετεκλογικά στη «φημολογία» προστέθηκαν  και δηλώσεις (ανατολικογερμανών, προέλευσης PDS) στελεχών. Συμπεριλαμβανόμενης αποκλειστικής «αποκάλυψης» του Μπαρτς  στο Spiegel ότι ο Λαφοντέν απουσιάζει από τα καθήκοντα του («το γραφείο του παραμένει κενό») και ότι τον Ιανουάριο του 2009 σε κλειστή ολιγομελή σύσκεψη της ηγεσίας του Die Linke ο Λαφοντέν είχε δηλώσει ότι δε θα είναι ξανά Πρόεδρος της Κ.Ο. Ακολούθησαν διαφόρων ειδών «διαρροές» από το πολιτικό γραφείο του Μπαρτς, με σημαντικότερη τη δημοσίευση στο Spiegel μιας «είδησης» από τη σφαίρα της προσωπικής ζωής του (παντρεμένου, με οικογένεια στο Ζάαρ) 66χρονου Λαφοντέν, ότι στο Βερολίνο διατηρεί μυστικό ερωτικό δεσμό με την 40χρονη, γερμανοπερσικής καταγωγής (κι επίσης παντρεμένη) βουλευτίνα Ζάρα Βάγκενκνεχτ. [Με ένα σμπάρο δύο τριγώνια, καθώς η Ζάρα είναι επικεφαλής της τάσης «Κομμουνιστική Πλατφόρμα» του Die Linke και βασικός σύνδεσμος με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά όλων των αποχρώσεων, στις δράσεις της οποίας η «Κ.Π.» και η Ζάρα συμμετέχουν.] Στο ίδιο άρθρο (15.11.2009) το Spiegel κατηγορούσε τον Λαφοντέν για «πολιτική εξαπάτηση των εκλογικού σώματος», εφόσον με βάση την «αποκάλυψη» του Μπαρτς ήταν αποφασισμένος να μην ανανεώσει τη θητεία του ως Πρόεδρος της Κ.Ο. πολύ πριν τις εκλογές, παρ΄ όλα αυτά όμως τέθηκε επικεφαλής της εκλογικής λίστας.
Στις 17.11.2009 κυκλοφόρησε γραπτή δήλωση του Λαφοντέν ότι είναι καρκινοπαθής, βρίσκεται με την οικογένεια του και σε δύο μέρες πρόκειται να υποβληθεί σε μια «από πολύ καιρό προγραμματισμένη επέμβαση». Πράγματι, εγχειρίστηκε για καρκίνο του προστάτη στις 19.11.2009.
Ο Γκίζι, που εν απουσία των δύο προέδρων έχει γίνει το «κέντρο» του κόμματος, άρχισε να κατακλύζεται με επιστολές, e-mail, SMS κλπ παραπόνων και καταγγελιών οργανώσεων, οργάνων και μελών κυρίως από τη Δυτική Γερμανία για τον «απαράδεκτο» τρόπο που  ασκεί, εσωκομματικά και δημόσια, τα καθήκοντα του ο Μπαρτς. Μέχρι που ζήτησε σε συνέντευξη του στη Ν.Ντ. (9.1.2010) «όχι άλλες επιστολές», υπονοώντας ότι είχε λάβει το μήνυμα. Πράγματι, στις 12 Ιανουαρίου δήλωσε σε συνεδρίαση της Κ.Ο. και στη συνέχεια στους δημοσιογράφους ότι: «Στο κόμμα έχει δημιουργηθεί κλίμα καταγγελιών». Θα πρέπει να σταματήσει η πίεση στον Λαφοντέν να δηλώσει εδώ και τώρα αν θα είναι ξανά υποψήφιος Πρόεδρος. Και, παρόλο που το κόμμα χρωστάει πολλά στον Μπαρτς, ο τελευταίος έχει ευθύνη επειδή «δεν επέδειξε αλληλεγγύη απέναντι στον Λαφοντέν». Γι΄ αυτό και  ο Γκίζι του ζητά να μην είναι ξανά υποψήφιος για μέλος του Προεδρείου του Κόμματος, αλλά τον Μάιο να περάσει στη θέση ενός από τους αναπληρωτές του Προέδρου της Κ.Ο. (δηλ. του ίδιου).
Μετά από δύο μέρες και αφού ο Μπίσκι είχε δηλώσει συβιλλικά ότι «δεν πετάξαμε το σταλινισμό έξω απ’  την πόρτα του κόμματος για να επιστρέψει απ’  το παράθυρο» και πιο αισιόδοξα ότι αυτά που περνάει το κόμμα δεν είναι παρά «μια μικρή ιδεολογική γρίπη των χοίρων», ο αιφνιδιασμένος Μπαρτς αποδέχθηκε την (διπλή) πρόταση του Γκίζι – δηλώνοντας «απογοητευμένος». Είχαν προηγηθεί δηλώσεις υποστήριξης του Μπαρτς από πλήθος επικεφαλής ανατολικογερμανικών οργανώσεων του Die Linke, αλλά και κάλεσμα της Προέδρου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στον Μπαρτς να περάσει στις γραμμές των Σοσιαλδημοκρατών, καθώς το Die Linke είναι «πολύ στενό για ανοιχτόμυαλους ανθρώπους». Ενδιαφέρον έχουν επίσης τα σχόλια αναγνωστών σε άρθρα του ηλεκτρονικού τύπου, που επέμεναν ότι, αντίθετα με τους ηγέτες τους, τα απλά μέλη και ψηφοφόροι του Die Linke στα ανατολικογερμανικά κρατίδια είναι με τον Λαφοντέν, όχι με τον Μπαρτς.
Ο ίδιος ο Μπαρτς δήλωσε ότι οι διαφωνίες του με τον Λαφοντέν δεν είναι προσωπικού χαρακτήρα. Ούτε αποτελούν έκφραση της αντίθεσης Ανατολικογερμανών-Δυτικογερμανών μέσα στο Die Linke (μία από τις ερμηνείες των ΜΜΕ ήταν ότι πίσω απ’  τον Μπαρτς στοιχίζονται οι Ανατολικογερμανοί, διαπαιδαγωγημένοι στη νοοτροπία κόμματος εξουσίας, ενώ πίσω απ’  τον Λαφοντέν οι δυτικογερμανοί συνδικαλιστές, διαμορφωμένοι σε συνθήκες κοινωνικών συγκρούσεων). Είναι, αντίθετα, διαφωνίες για θέματα εξέλιξης και προοπτικής του Die Linke, καθώς o ίδιος θεωρεί ότι φορείς της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ενάντια στην οποία στρέφεται όλη η πολιτική του κόμματος, είναι οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Ελεύθεροι Δημοκράτες. [Άρα υπάρχει πολιτικό έδαφος για συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες. Προεκλογικά ο Μπαρτς είχε κάνει γνωστή τη διαφωνία του με κάποια από τα σημεία του προεκλογικού προγράμματος του Die Linke, που έκαναν δύσκολη μια τέτοια προοπτική.]

            Πρώτη δημόσια εμφάνιση Λαφοντέν

Ο Λαφοντέν έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνιση του  λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου, στη γιορτή για την Πρωτοχρονιά της Κ.Ο. του Die Linke στη Βουλή του Ζάαρ, στην οποία είναι Πρόεδρος: Με μια μνημειώδη πολιτική ομιλία για το σήμερα και το αύριο, ουσιαστικά μια υποθήκη για το μέλλον του κόμματος.
Ανάμεσα στ’  άλλα, αποκαλύπτοντας τη μεθοδολογία διαμόρφωσης της αριστερής «κοινής γνώμης» μέσα στα αριστερά κόμματα και στους ψηφοφόρους τους από τα ΜΜΕ – «δηλ. από 200 πλούσιους που διαδίδουν τις απόψεις τους»: Πριν απ’  όλα διαχωρίζοντας τα μέλη των αριστερών κομμάτων σε δύο πτέρυγες, από τη μια μεριά τους «ρεαλιστές» και «πραγματιστές», από την άλλη τους «χαοτικούς», «λαϊκιστές» και «αιθεροβάμονες». Έτσι κατάφεραν να οδηγήσουν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στην καταστροφή της ταυτότητας του ως υποστηρικτή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης, μέσω της υιοθέτησης μιας πολιτικής που στηριζόταν στην «Ατζέντα 2010» και στη συμμετοχή στους πολέμους του ΝΑΤΟ - με αποτέλεσμα να χάσει τα μισά μέλη και ψηφοφόρους του. Αντίστοιχη είναι η προσπάθεια που καταβάλλεται σήμερα σε σχέση με το Die Linke.
Απαντώντας σημείο-σημείο στα βασικά θέματα μιας τέτοιας παρέμβασης, αποδεικνύει και γιατί είναι ψευδής η στοίχιση της «σύγκρουσης» ανάμεσα σε όσους προέρχονται από την Ανατολική Γερμανία και θέλουν συγκυβέρνηση με τους σοσιαλδημοκράτες και όσους προέρχονται από τη Δυτική και είναι a priori αντίθετοι σε οποιαδήποτε περίπτωση κυβερνητικής συνεργασίας. Δηλώνει: «Για να μην μείνει οποιαδήποτε αμφιβολία: Είμαι υπέρ της συμμετοχής στην κυβέρνηση, με την έννοια ότι χρησιμοποιούμε το πρόγραμμα μας για ν΄ αλλάξουμε την κοινωνία. Αλλά όποιος θεωρεί ότι ένα κόμμα μπορεί μόνο μέσω της συμμετοχής του στην κυβέρνηση ν΄ αλλάξει την πολιτική και την κοινωνία, αγνοεί την επίδραση από τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού κυβερνητικού συστήματος.»
Ξεχωρίζει τέσσερα ζητήματα-προγραμματικές αιχμές, που θεωρεί πυρήνα του προεκλογικού προγράμματος του Die Linke  - και ταυτόχρονα όρια που δεν μπορούν να ξεπεραστούν για να υπάρξει συνεργασία σε οποιοδήποτε κρατίδιο με τους Σοσιαλδημοκράτες: Άμεση απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν. Κατάργηση της Νομοθεσίας Hartz IV, με την οποία ο Σρέντερ θεμελίωσε την αποδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης, της κοινωνικής προστασίας και του κοινωνικού κράτους και την οποία συμπληρώνουν συνεχώς οι επίγονοι του. Θεσμοθέτηση κατώτερου μισθού. Όχι στη συνταξιοδότηση στα 67.
Υπενθυμίζει τι έπαθε στην Ιταλία «το αδερφό μας κόμμα, η “Κομμουνιστική Επανίδρυση”», που όταν βρέθηκε να συγκυβερνά αποδέχτηκε την υπαναχώρηση της κυβέρνησης από το συμφωνημένο πρόγραμμα, συναινώντας στη συνέχιση της ιταλικής συμμετοχής στον πόλεμο στο Αφγανιστάν και στην περικοπή των κοινωνικών κατακτήσεων: «Σήμερα δεν υπάρχουν καν στο Ιταλικό Κοινοβούλιο.»  
Προειδοποιεί ότι ο δρόμος για να μην πάθει το Die Linke, πολύ λιγότερο «κατοχυρωμένο» ως κόμμα, ό,τι και οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες ή η «Κομμουνιστική Επανίδρυση», περνάει μέσα απ’  το να επεξεργαστούν μια, διακριτή απ’  όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, αριστερή πολιτική φυσιογνωμία στο επόμενο διάστημα και μέσα από το Συνέδριο. Και προτείνει 11 προγραμματικά σημεία ως αναγκαία για να καθορίσουν μια τέτοια ταυτότητα του κόμματος και ν΄ αποτελέσουν αιχμή της πολιτικής και κοινωνικής πάλης. Ενώ ορίζει ως κεντρικό θέμα, γύρω απ’ το οποίο πρέπει να επικεντρώνεται η πάλη σήμερα, το ερώτημα «ποιος πληρώνει τις επιπτώσεις της κρίσης;»
Έχουν ενδιαφέρον οι ορισμοί που δίνει για θεμελιώδη επίμαχα θέματα όπως η δημοκρατία, για την οποία υιοθετεί τον ορισμό του Περικλή για την αρχαία Αθήνα: «Το όνομα, με το οποίο περιγράφουμε την πολιτική τάξη πραγμάτων μας, είναι δημοκρατία, επειδή η διαχείριση των περιστάσεων γίνεται προς όφελος των συμφερόντων όχι των λίγων, αλλά της πλειοψηφίας.» Ενώ ερμηνεύει ως εξής τη ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ «χωρίς σοσιαλισμό δεν υπάρχει δημοκρατία και χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει σοσιαλισμός»: «Δεν εννοεί τίποτα άλλο παρά ότι χωρίς δίκαιη κατανομή του πλούτου δεν υπάρχει δημοκρατία, επειδή μια άδικη κατανομή οδηγεί σε αντιδημοκρατικές δομές εξουσίας.» Και  ορίζει ως θεμέλιο μιας «συνεργατικής κοινωνίας» ο πλούτος ν΄ ανήκει σε αυτούς που τον παράγουν.

                  Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις
  
Λίγα 24ωρα αργότερα, στις 23 Ιανουαρίου, ο Λαφοντέν έκανε τη γνωστή δήλωση απόσυρσης από την κεντρική πολιτική σκηνή,  προσθέτοντας ότι θα βοηθήσει «όσο του επιτρέπει η υγεία του» στις κρίσιμες εκλογές στη Βεστφαλία, αλλά και στην επεξεργασία του προγράμματος και του καταστατικού του κόμματος πηγαίνοντας προς το συνέδριο.
Ο Γκίζι εξέφρασε τη λύπη του. Χαρακτήρισε τον Λαφοντέν «απ’  τους σημαντικότερους πολιτικούς στη Γερμανία και στην Ευρώπη» και «αναντικατάστατο», εκτιμώντας ότι «χωρίς τον Λαφοντέν το Die Linke δε θα είναι πλέον το ίδιο». Παράλληλα δήλωσε ότι απ’  ολόκληρη την ηγεσία του κόμματος ο Λαφοντέν είναι αυτός που μπορεί με μεγαλύτερη επιτυχία «να κάνει κεντρική πολιτική ακόμα κι απ’  το Ζάαρ».
Ο Λαφοντέν ανταπάντησε ότι «αναντικατάσταστη είναι μόνο η πολιτική και η στρατηγική του κόμματος».
Μετά από ολονύχτια διευρυμένη σύσκεψη του Προεδρείου του κόμματος και της Κ.Ο. την περασμένη Πέμπτη και αφού έγινε γνωστό ότι υπήρξαν πολλές διαφωνίες, ο Γκίζι ανακοίνωσε ότι κατέληξαν σε έναν «αξιοπρεπή συμβιβασμό»: Θα προτείνουν στο συνέδριο θεσμοθέτηση πλέον της διπλής Προεδρίας και ως υποψήφιους την Γκεζίνε Λετς, σήμερα αναπληρώτρια του Προέδρου της Κ.Ο., και τον Κλάους Ερνστ, συνδικαλιστή και βουλευτή από τη Βαυαρία, σήμερα Αντιπρόεδρο του κόμματος. Ανάλογα θα προτείνουν τη θεσμοθέτηση διπλής Γραμματείας στη θέση του απερχόμενου Μπαρτς, με τα ίδια με την Προεδρία κριτήρια: Ανατολή-δύση και γυναίκα-άντρας. Όπως παρατηρεί ειρωνικά ο αρθρογράφος της Νόϊε Ντόιτσλαντ Ούβε Κάλμπε (26.1.2010), η quota στην πρόταση που γίνεται για τους δύο νέους Προέδρους πάσχει μόνο από πολιτική άποψη, αυτή του πολιτικού πλουραλισμού: Ενώ οι δύο σημερινοί Πρόεδροι εκφράζουν τα δύο βασικά πολιτικά  ρεύματα μέσα στο κόμμα, το «πραγματιστικό» και το «ιδεολογικό», οι προτεινόμενοι, αν και στάθηκαν πλήρως αλληλέγγυοι με τον Λαφοντέν, ανήκουν και οι δύο στο πρώτο…

          Αντί για (εντελώς προσωρινό) επίλογο

Έχει τεράστιο ενδιαφέρον τα θέματα που άνοιξαν και συζητήθηκαν αυτό το κρίσιμο 3μηνο, όπως καταγράφονται στις σελίδες των δύο μοναδικών ημερησίων εφημερίδων της γερμανικής αριστεράς, της Νόιες Ντόιτσλαντ και της Γιούνγκε Βελτ (πρώην επίσημο όργανο της FDJ, της οργάνωσης νεολαίας του κυβερνώντος την Ανατολική Γερμανία κόμματος, σήμερα εκφραστής μιας ευρείας γκάμας απόψεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς). Δύο παραδείγματα:
- Πόσο υπεισέρχεται ο ψυχολογικός παράγοντας στην πολιτική πάλη, στη συνεργασία και στις συγκρούσεις ανθρώπων που αγωνίζονται μέσα απ’  το ίδιο κόμμα για μια άλλη κοινωνία; (Με αναφορά στις απόψεις του Φόιερμπαχ για το «εσύ και το εγώ», που ο Ένγκελς, αντίθετα απ’  τους αρθρογράφους, δεν έπαιρνε στα σοβαρά.)
          - Ποιος βγήκε τελικά νικητής από τη «διαμάχη»; Μπορεί να «κάηκε» ο Μπαρτς, πολιτικοί όμως σαν τον Μπαρτς στη Γερμανία υπάρχουν πολλοί, σαν τον Λαφοντέν πόσοι;
Και η «βάση»; Που βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά η «βάση»; Ας υπενθυμίσουμε ότι το ιδρυτικό συνέδριο του Die Linke δύο χρόνια πριν είχε κλείσει με γνωστή ηθοποιό ν΄ απαγγέλλει στους συνέδρους το «Εγκώμιο στην αμφισβήτηση» του Μπρεχτ:
«Εσύ, που είσαι καθοδηγητής, να μην ξεχάσεις / Ότι έγινες, επειδή αμφισβήτησες καθοδηγητές. / Επέτρεψε λοιπόν στους καθοδηγούμενους / Ν΄ αμφισβητούνε!»

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΟΣΚΑΡ ΛΑΦΟΝΤΕΝ; ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΟΣΚΑΡ ΛΑΦΟΝΤΕΝ; Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 2:10:00 μ.μ. Rating: 5