Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ, 21.4.2010

Ομιλία στην εκδήλωση
του Συλλόγου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων 1967-74
για την 43η επέτειο από την 21η Απριλίου 1967

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

   Σαν σήμερα 43 χρόνια πριν, μέσα από μια έντονη πολιτική κρίση και με τα γεγονότα του Ιούλη του ’65 ακόμα νωπά, εγκαθιδρύθηκε με πραξικόπημα ένα δικτατορικό καθεστώς ανώτερων στελεχών του στρατού σε στενή συνεργασία με τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, προλαβαίνοντας το πραξικόπημα μιας φιλομοναρχικής χούντας των στρατηγών που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαν ότι αυτοί είχαν τη βούλα στήριξης της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Χρειάστηκαν 7 χρόνια, τα τρία τελευταία από τα οποία ήταν και χρόνια σοβαρής οικονομικής κρίσης, για να καταρρεύσουν υπό το βάρος των συνεπειών του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρου και στον απόηχο του μαζικού φοιτητικού και νεολαιίστικου αντιδικτατορικού κινήματος των δύο τελευταίων χρόνων, που κορυφώθηκε με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Με τη μεταπολίτευση τερματίστηκε το ανώμαλο μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς που κυριαρχούσε αδιάλειπτα από το 1949 μέχρι και τον Ιούλιο του 1974, δεν έγινε όμως δυνατό η χώρα να μπει σε μια άλλη πορεία ανάπτυξης, προς όφελος της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζόμενων και της νεολαίας, αποτινάσσοντας κάθε μορφή οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης.

   Οι μεγάλοι ωφελημένοι από τον οικονομικό εκσυγχρονισμό των τεσσάρων δεκαετιών που ακολούθησαν με ατμομηχανή τις κατασκευές, τον τουρισμό και τη ναυτιλία, με αύξηση της παραγωγικότητας και κάθε άλλο παρά άσχημους ρυθμούς ετήσιας ανάπτυξης, στάθηκε το μεγάλο κεφάλαιο, ελληνικό και ιδιαίτερα ευρωπαϊκό, καθώς το μισό των πόρων με πηγή προέλευσης την Ε.Ε. όλο αυτό το διάστημα διοχετεύτηκε στη Γερμανία. Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύτηκε με σταδιακή διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας στο δευτερογενή τομέα και τη γεωργία και τεράστια αύξηση των εισαγωγών, ενώ παρά τη σχετική άνοδο του βιοτικού επιπέδου η συγκέντρωση του πλούτου σε ακόμα λιγότερες οικογένειες συνεχίστηκε με έντονα επιταχυνόμενους ρυθμούς.
   Σήμερα, 43 χρόνια αργότερα, ξεκίνησε στην Αθήνα με πρόσκληση της Ελληνικής Κυβέρνησης η συνάντηση των λεγόμενων «εμπειρογνωμώνων», δηλαδή γραφειοκρατών και ανώτερων στελεχών της τρόικας του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ με την ελληνική κυβέρνηση, δρομολογώντας ουσιαστικά την κατάλυση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της χώρας χέρι-χέρι με μια καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου του λαού και μια έκπτωση της ζωής των εργαζόμενων, και πριν απ’ όλα των νεώτερων γενιών, που ούτε και στα πιο άγρια όνειρα του, έστω και λίγο καιρό πριν, με τη χώρα ήδη βυθισμένη σε έντονη κρίση, δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε. 

   Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική ή η πρώτη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα στον κόσμο που έχει βρεθεί σε κρισιακή κατάσταση επαπειλούμενης χρεοκοπίας. Από την Αργεντινή το 2000 μέχρι την Ουγγαρία το 2009, προηγήθηκαν άλλοι. Είναι όμως η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης, κι έτσι η κατάστασης της περιπλέκεται με την κατάσταση του ευρώ. Αλλά και από τις λυσσαλέες προσπάθειες εφαρμογής από την Ε.Ε., στις συνθήκες της τρίτης παγκόσμιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού από την ανάδυση του ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, ενός αυθαίρετου Συμφώνου Σταθερότητας, που με αποκλειστικά νομισματικά κριτήρια καταδικάζει τους λαούς και τις χώρες της Ευρώπης στον εξωφρενικό, από οικονομική και κοινωνική άποψη, αναγκαστικό περιορισμό των κρατικών ελλειμμάτων στο 3%.
   Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι τόσους μήνες τώρα, από την επόμενη μέρα της ανάληψης της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και την επίσημη αναγγελία ενός ελλείμματος γύρω στο 13%, την ύπαρξη του οποίου Έλληνες και Ευρωπαίοι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες και βέβαια η σημερινή κυβέρνηση ήξεραν πολύ καλά και από καιρό και οπωσδήποτε πολύ πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009, ξεκίνησε μια τέτοια υστερική πολιτική εκστρατεία, ώστε η Ελλάδα να βρίσκεται – πράγμα πρωτοφανές για τον τρόπο που λειτουργούν τα διεθνή ΜΜΕ – μήνες τώρα στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με μια αναλογία: Κατά τη δεκαετία του ΄80 η Θάτσερ και οι παγκόσμιοι κύκλοι του νεοφιλελευθερισμού επέλεξαν τη μάχη που δόθηκε με την απεργία των ανθρακωρύχων της Μεγάλης Βρετανίας να την κάνουν εμβληματική της πρώτης φάσης κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού ως παγκόσμια πολιτική αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού μέσα απ’ τη δομική κρίση του ’71-73, σημαίνοντας ως διεθνές υπόδειγμα το τσάκισμα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. 
   Σήμερα φαίνεται ότι η Ελλάδα έχει επιλεγεί να γίνει εμβληματική της δεύτερης φάσης κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, αυτής της εξόδου από τη δομική κρίση του 2007-2009 επίσης με νεοφιλελεύθερα μέσα, σημαίνοντας ως διεθνές υπόδειγμα το τσάκισμα μιας χώρας που μπορούν να την εμφανίζουν ως «απείθαρχη» τόσο από την άποψη της δημοσιονομικής «πειθαρχίας» όσο κι από την άποψη αυτού του τμήματος των εργαζόμενων γυναικών και αντρών και της νεολαίας που αντιστέκεται και κινητοποιείται.
   Επειδή το θέμα της μετατροπής της χώρας σε οικονομικό και κατ΄ επέκταση και πολιτικό προτεκτοράτο και ταυτόχρονα σε «πειραματόζωο» των νεοφιλελεύθερων λύσεων οδηγώντας την προς μια «ελεγχόμενη πτώχευση» είναι τεράστιο, θα περιοριστώ σε ορισμένες επισημάνσεις.
   Επισήμανση πρώτη: Είναι κοινά αποδεκτό ότι η παρούσα παγκόσμια κρίση δεν είναι μια από τις πολλές κυκλικές κρίσεις που γνώρισε ο καπιταλισμός από την ανάδυση του ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. Γι αυτό και χαρακτηρίζεται, όπως και οι κρίσεις του 1873 και του 1929, ως δομική κρίση. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των μακρόχρονων κρίσεων είναι ότι οι αντιθέσεις που συσωρεύτηκαν είναι τέτοιες, ώστε να μη μπορούν να ξεπεραστούν ούτε στη διάρκεια ενός οικονομικού κύκλου ούτε στη βάση της υπάρχουσας διάρθρωσης.
   Αυτό είναι βασικό για να ερμηνεύσουμε την κατεύθυνση και το χαρακτήρα των μέτρων γενικευμένης κοινωνικής αναδιάρθρωσης που παίρνει σήμερα η κυβέρνηση πλήρως προσαρμοσμένη στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και τα οποία εμφανίζει ως «μονόδρομο». Μέτρα, όπως είναι η δραστική μείωση του εισοδήματος των μισθωτών, η φορολογική αναδιάρθρωση, η πλήρης ρευστοποίηση των εργασιακών σχέσεων, η δραστική μείωση των σημερινών ανεπαρκών συντάξεων και η κατεδάφιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η γενναία κατάργηση θέσεων εργασίας στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, η ολοκλήρωση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων των δημόσιων επιχειρήσεων και της δημόσιας περιουσίας, η διοικητική αναδιάρθρωση που περιορίζει δραστικά την τοπική αυτοδιοίκηση κι ενισχύει την επέκταση στην περιφέρεια του συγκεντρωτικού κράτους κ.α.
   Είναι αυτή η κατεύθυνση και αυτά τα μέτρα απλώς προϊόν πολιτικών επιλογών, για τις οποίες μέτρησε η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων και στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας; Ή είναι πολύ περισσότερο αναγκαιότητα μέσα απ’ τις ίδιες τις αντιθέσεις του συστήματος; Αν η απάντηση είναι, όπως και είναι, η δεύτερη, τότε η επιχειρούμενη αναδιάρθρωση αποτελεί «μονόδρομο» μόνο ως προς τις ανάγκες του συστήματος, ευθέως στρεφόμενη ενάντια στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και της συντριπτικής πλειοψηφίας των συμπολιτών μας. Αυτό απονομιμοποιεί ακόμα περισσότερο τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία εκλέχτηκε υποσχόμενη ένα πρόγραμμα αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου από πάνω προς τα κάτω, και όχι, όπως κάνει σήμερα επικαλούμενη την «αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας στις αγορές», αντίστροφα.
   Επισήμανση δεύτερη: Ως προς την ΕΕ, το σημείο στροφής, από το οποίο εγκαταλείφθηκαν οι αναδιανεμητικές επαγγελίες για μια Ευρώπη πλήρους απασχόλησης και κράτους πρόνοιας, στηριγμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της, στάθηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Με το Μάαστριχτ υιοθετήθηκε πλήρως η νεοφιλελεύθερη ατζέντα, θέτοντας ολόκληρη την Ευρώπη σε τροχιά απορρύθμισης των χρηματιστικών συναλλαγών, ελαστικοποίησης της εργασίας, «κοψοχρονιά» ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και των οργανισμών κοινής ωφέλειας και φορολογικών καθεστώτων κατάφορα υπέρ των πολυεθνικών. Συμπιέζοντας το κόστος εργασίας και συνεχίζοντας παράλληλα να παρακινούν τις λαϊκές μάζες σε καταναλωτικά πρότυπα για τα οποία η αναπλήρωση των απωλειών του εργατικού μισθού σε πραγματικά μεγέθη γινόταν πλέον μέσω δανεισμού, ακόμα και μέσω αποπειρών στο χρηματιστήριο. Έτσι δόθηκε το έναυσμα για μια από τις μεγαλύτερες, απ’ όλες τις παραπάνω πηγές, μεταφορές εισοδήματος από την εργασία στο κεφάλαιο.
    Με αυτό τον τρόπο ταυτόχρονα οξύνθηκαν αντιθέσεις που απ’ την άποψη της ουσίας βρίσκονται στη βάση και της σημερινής παγκόσμιας κρίσης. Όπως σημείωνε στο Κεφάλαιο ο Μαρξ, που σήμερα ξαναδιαβάζεται στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ: «Η τελική αιτία των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που έρχεται σε αντίθεση με την τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριο της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας.»
   Έτσι η κρίση που ξεκίνησε το 2007 από το σπάσιμο των φουσκών στις κατοικίες και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στις ΗΠΑ για να συνταράξει το παγκοσμιοποιημένο και ελεύθερο από ρυθμίσεις χρηματοπιστωτικό σύστημα, υπονόμευσε σε μεγάλο βαθμό τη «νομιμοποίηση» του νεοφιλελευθερισμού. Που βασιζόταν στο δόγμα ότι η νομισματική σταθερότητα σε συνδυασμό με τη βελτιωμένη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα που εγγυάται η ελεύθερη από κρατικές παρεμβάσεις λειτουργία των αγορών οδηγούν από μόνες τους στην ανάπτυξη και στην οικονομική βελτίωση της θέσης – μέσω της αυξημένης κατανάλωσης και της ανοδικής διασποράς της ιδιοκτησίας και των μετοχικών αξιών - τουλάχιστον των δύο τρίτων του πληθυσμού στις αναπτυγμένες χώρες [το υπόλοιπο ένα τρίτο, άνεργο και υποαπασχολούμενο, εγκαταλείπεται έτσι κι αλλιώς στην τύχη του και αποχωρεί από το πολιτικό σύστημα, το οποίο το «θυμάται» μόνο ως πρόβλημα ασφάλειας αντιμετωπίσιμο από την αστυνομία].
   Τρίτη επισήμανση: Η εισαγωγή του ευρώ επιτάχυνε τη διαδικασία αυτής της μεταφοράς εισοδήματος στην Ε.Ε. μέσα κι έξω από την Ευρωζώνη. Το ευρώ θεωρητικά θα μείωνε το κόστος των συναλλαγών, θα αύξαινε τα έσοδα του κεφάλαιου και θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα και επενδύσεις. Όμως η ανάπτυξη αυτή δεν υπήρξε και όταν η παγκόσμια κρίση χτύπησε την πόρτα της, η Ευρώπη έπεσε σε βαθιά ύφεση. Το υποχρεωτικό 3% του Συμφώνου Σταθερότητας είχε λίγο-πολύ μέχρι τότε παραβιαστεί από όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη, καλυπτόταν όμως μέσω «δημιουργικής λογιστικής» και πολιτικών συμφωνιών «κάτω απ’ το τραπέζι». Οι ασάφειες και η ασταθής αρχιτεκτονική του ευρώ, χάρη και στη συνένοχη σιωπή των «οργανικών διανοούμενων» σ΄ όλη την Ευρώπη, και στην Ελλάδα, αποκρύβονταν από τους λαούς της Ευρώπης μέχρι τότε.
   Σήμερα το βασικό νεοφιλελεύθερο επιχείρημα-δικαιολόγηση για τη φανερή αποτυχία των υποσχέσεων που έφερε το ευρώ είναι ότι χρειάζεται να μειωθεί περαιτέρω η κρατική δράση – όχι ως προς τους τομείς της καταστολής και της ασφάλειας, αλλά μόνο ως προς τις κοινωνικές λειτουργίες του κράτους – και ν΄ απομακρυνθούν οι εναπομείνασες «δυσκαμψίες» στην αγορά εργασίας [διάβαζε: ελεύθερες απολύσεις, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, παραπέρα ελαστικοποίηση της εργασίας]. Με άλλα λόγια, χρειάζεται μεγαλύτερη δόση από το φάρμακο που προκάλεσε την αρρώστια. Αυτό είναι που επιβάλλεται σήμερα από τους ιθύνοντες κύκλους της ΕΕ να κάνει η Ελλάδα με ένα τρόπο που τη βάζει στην ίδια θέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και με τη «συναίνεση» των ΗΠΑ.
   Τέταρτη επισήμανση: Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία από το αξίωμα ότι από την κρίση δεν υπάρχουν κερδισμένοι.
   Στο επίπεδο των χωρών, πλάι στις αναδυόμενες δυνάμεις της Ασίας, πριν απ’ όλα Κίνα και Ινδία, που διατήρησαν πολύ ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, κερδισμένες βγαίνουν καταρχήν οι ΗΠΑ, καθώς φαίνεται ότι παρά το βάθος της κρίσης που πέρασαν απέτρεψαν την ύφεση. Αυτό έγινε δυνατό καταρχήν χάρη σε τεράστια πακέτα κρατικής χρηματοδότησης που στήριξαν, παρά τη μεγάλη άνοδο της ανεργίας, τη ζήτηση αυξάνοντας τα ελλείμματα, με κρατικές ενισχύσεις ακόμα και σε τομείς που η επένδυση δημόσιου χρήματος κάνει να βγάζουν σπυράκια οι νεοφιλελεύθεροι, όπως η παιδεία και η υγεία – με μέτρα δηλαδή που αντιστρατεύονται αυτά που μας επιβάλλουν σήμερα στην Ελλάδα. Κατά δεύτερο λόγο, χάρη στην παραγωγή, δηλ. στο τύπωμα άφθονου πληθωριστικού δολαρίου, καθώς παρά τα ελλείμματα το δολάριο παραμένει το πρώτο παγκόσμιο ισοδύναμο ενισχύοντας τη θέση του έναντι του «σκληρού» ευρώ.
  Οι δεύτεροι κερδισμένοι είναι οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες και οι μεγάλοι παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί οίκοι που, αν και οι ίδιοι προκάλεσαν την κρίση και υπήρξαν οι φορείς διάδοσης της σε όλο τον κόσμο, πλήρωσαν λιγότερο από κάθε άλλο γι΄ αυτήν. Χάρη στα τεράστια πακέτα δημόσιου χρήματος που το – καταδικαστέο από τον νεοφιλελευθερισμό ως προς τις οικονομικές λειτουργίες του κράτος - διοχέτευσε για τη διάσωση τους το 2008-2009 αυξάνοντας απ΄ αυτό κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τα κρατικά ελλείμματα, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι βυθισμένες σε δημοσιονομική κρίση οι περισσότερες χώρες.
  Στη συνέχεια οι διασωθέντες χρηματοπιστωτικοί οίκοι οργάνωσαν συστηματική επίθεση κερδοσκοπίας στοχοποιώντας τα πιο αδύνατα, σε παγκόσμιο επίπεδο, απ’ αυτά τα κράτη, προκειμένου μέσα απ’ τη λεηλασία τους να επιστρέψουν στα παλιά επίπεδα κερδοφορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της κρίσης, η Goldman Sachs, έχει λεηλατήσει διαχρονικά την ελληνική οικονομία και ανανεώνει σήμερα την επίθεση της. Ούτε είναι τυχαίο ότι πρώην στελέχη της, όπως και στελέχη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είναι σήμερα τοποθετημένα σε νευραλγικούς τομείς λήψης κυβερνητικών αποφάσεων στην Ελλάδα. Κι ενώ αυτό συμβαίνει σε διεθνές επίπεδο, παραμένει στη σκιά της «ενημέρωσης» από τα ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ. Ας φανταστούμε μόνο πόσο διαφορετική θα ήταν η δημόσια συζήτηση σήμερα αν τα εργατικά συνδικάτα ήταν υπεύθυνα για την κρίση. Πέρα απ’ όλα τ΄ άλλα, είναι σίγουρα ότι δε θα τοποθετούσαν τους επικεφαλής τους υπεύθυνους για την προσπάθεια ανάκαμψης…
   Πέμπτη επισήμανση: Αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα το λεγόμενο «γερμανικό παράδοξο». Ο μεγάλος χαμένος απ’ την κρίση σε επίπεδο κρατών και ολοκληρώσεων είναι η Ε.Ε. Αντίθετα απ’ τις ΗΠΑ και τις αναδυόμενες οικονομίες, δυσκολεύεται ν΄ ανακάμψει. Η εικόνα της Ευρωζώνης, στην οποία σε μια πρώτη ματιά εμφανίζεται ως κεντρική μια σύγκρουση ανάμεσα στη γερμανική αποδοτικότητα και την περιφερειακή «ανευθυνότητα» κρατών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία κ.α., ανήκει όντως μόνο στην εικονική πραγματικότητα. Από πολλές απόψεις την τελευταία δεκαετία η αποδοτικότητα της Γερμανίας ήταν χαμηλότερη από εκείνη των λεγόμενων «οικονομιών της περιφέρειας». Στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε. χαρακτηριζόταν από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, φτωχή εσωτερική ζήτηση, χαμηλές επενδύσεις, υψηλή ανεργία και ελάχιστη άνοδο της παραγωγικότητας, που σημαίνει χαμηλές επενδύσεις ιδιαίτερα στις νέες τεχνολογίες και στις καινοτομίες. Ο βασικός τομέας που η Γερμανία διέπρεψε ήταν οι εξαγωγές της, και σ΄ αυτές στηρίζεται το πλεονασματικό ισοζύγιο πληρωμών της. Τα δύο τρίτα των γερμανικών εισαγωγών κατευθύνονται στις χώρες της Ευρωζώνης, η οποία έχει συνολικά ελλειμματικό ισοζύγιο. Με άλλα λόγια, το πλεονασματικό ισοζύγιο πληρωμών της Γερμανίας τροφοδοτείται και χρειάζεται ελλειμματικά τα ισοζύγια άλλων χωρών της Ευρωζώνης.
   Το επίτευγμα των γερμανικών εξαγωγών οφείλεται σε δύο κυρίως παράγοντες: Στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των γερμανικών επιχειρήσεων και της Γερμανικής οικονομίας όχι χάρη στο νόμισμα, που στις εξαγωγές στο πλαίσιο της ίδιας νομισματικής ζώνης ήταν σταθερό, αλλά χάρη σε μια συμπίεση του εργατικού κόστους, μέσα στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, μεγαλύτερη από κάθε άλλη χώρα-μέλος της Ευρωζώνης, που έγινε δυνατή πριν απ’ όλα χάρη στην απουσία συνδικάτων στην Ανατολική Γερμανία και την εύκολη πρόσβαση της στους εργαζόμενους και τις οικονομίες των Ανατολικών χωρών. Με άλλα λόγια, στηρίχτηκε στην υπερεκμετάλλευση της Γερμανικής εργατικής τάξης και των εργαζόμενων άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Κατά δεύτερο λόγο, η άνοδος των εξαγωγών της στηρίχτηκε στη στρεβλή, ανισότιμη και ανισόρροπη ανάπτυξη που εξασφάλιζαν τα διάφορα σύμφωνα και συνθήκες, και πριν απ’ όλα το Σύμφωνο Σταθερότητας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Στο παρελθόν οι χώρες της Ευρωζώνης θα υποτιμούσαν το νόσμισμα τους για να κάνουν ακριβότερες τις εισαγωγές τους και φθηνότερες τις εξαγωγές τους. Τώρα με το κοινό ευρώ αυτό είναι αδύνατο. Άρα όσο η Γερμανία εξακολουθεί να ξεζουμίζει τους εργάτες της περισσότερο από ό,τι οι ίδιοι, η κατάσταση αυτή δε μπορεί ν΄ αντιστραφεί.
    Την τελευταία όμως χρονιά, με την κρίση, η Γερμανία αντιμετωπίζει και υποχώρηση των εξαγωγών της. Απ’ αυτή τη σκοπιά η κρίση του ευρώ την εξυπηρετεί: Η βαθμιαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου και κατ΄ επέκταση της ισοτιμίας του έναντι των διασυνδεμένων με το δολάριο ασιατικών νομισμάτων, αυξάνει τα περιθώρια ανάκαμψης της Γερμανίας και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της. Γι΄ αυτό και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια σε βάρος του ευρώ με επίκεντρο την Ελλάδα, που αύριο μπορεί να συμπεριλάβουν κι άλλες χώρες από τις λεγόμενες PIGS, προς το παρόν μάλλον τη βολεύουν. Πέρα από τους εσωτερικούς εκλογικούς της λόγους, αυτό μπορεί να εξηγήσει κυρίως την επιθετικότητα της απέναντι στην προοπτική δανεισμού εκτός αγορών των υπερχρεωμένων χωρών, και πριν απ’ όλα της Ελλάδας, και σήμερα απέναντι σε οποιαδήποτε προοπτική δανεισμού της Ελλάδας με επιτόκια αντίστοιχα με αυτά που δανείζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τις Τράπεζες (1%) – η ΕΚΤ, που απαγορεύεται να δανείζει τα κράτη που διέσωσαν αυτές τις Τράπεζες με τα χρήματα των εργαζομένων τους… Από την άλλη πλευρά, είναι υποχρεωμένη να πάρει υπόψη της ότι κατά μεγάλο μέρος «ιδιοκτήτες» των χρεών των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης είναι Γερμανικές τράπεζες, άρα θα πρέπει να εξασφαλιστεί η συνέχιση της πληρωμής τους.
   Ακόμα παραπέρα, ιδεολογικοποιώντας τη στάση της, εμφανιζόμενη ως το βασικό θύμα της ΕΟΚικής νομισματικής ολοκλήρωσης χάριν της οποίας θυσίασε το μάρκο της, αποκρύβοντας ότι επί 55 χρόνια και σήμερα στο πλαίσιο της κρίσης σε επίπεδο κράτους αυτή είναι ο βασικός κερδισμένος από τις διαδικασίες αυτές, ότι μόνο από τη διαφορά του επιτόκιου δανεισμού 5% θα κερδίσει άμεσα από την Ελλάδα 625 εκατομμύρια ευρώ, τροφοδοτεί ένα καινούργιο και ιδιόρρυθμο γερμανικό οικονομικό εθνικισμό, ο οποίος δε μπορεί παρά να έχει μακροπρόθεσμα πολιτικές αλλά και πολιτισμικές επιπτώσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

   Έκτη επισήμανση: Απ’ όλα τα πρόσφατα ιστορικά προηγούμενα, ξέρουμε καλά τι σημαίνει ν΄ αναλάβει το ΔΝΤ να εξασφαλίσει ότι θα πληρωθούν οι γερμανικές και άλλες τράπεζες και χρηματοπιστωτικοί οίκοι που έχουν δανείσει την Ελλάδα. Ξέρουμε το πώς διέλυσε όχι μόνο αναπτυσσόμενες χώρες, όπως αυτές της Υποσαχάριας Αφρικής που οι άνθρωποι δουλεύουν νυχθημερόν σαν σύγχρονοι σκλάβοι αποκλειστικά για να πληρώνει το κράτος και οι ίδιοι τα χρέη τους. Αλλά και πολύ πιο προηγμένα κράτη, όπως την Αργεντινή, την Ουγγαρία, την Εσθονία, τη Ρουμανία – ανεβάζοντας τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, μαζί δραματικά και τις αυτοκτονίες, ρίχνοντας το μ.ο. ζωής όχι μόνο λόγω της ραγδαίας χειροτέρευσης των συνθηκών της καθημερινής ζωής, τον υποσιτισμό και την επιδείνωση των συνθηκών στέγασης, όχι μόνο χάρη στο κλείσιμο νοσοκομείων και σχολείων και τον αποκλεισμό απ’ ότι θεωρείται πολιτισμός και στοιχειώδη δικαιώματα εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα σε κάθε χώρα, αλλά ανεβάζοντας στο κόκκινο την ανασφάλεια της καθημερινής ύπαρξης για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού τους.
    Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν 765.000 εγγεγραμμένοι άνεργοι στον ΟΑΕΔ, με το 1/3 των νέων εκτός αγοράς εργασίας, με πρωτοφανέρωτη σημαντική αύξηση της ανεργίας στα πιο παραγωγικά χρόνια, μεταξύ 45-54 ετών, με την πραγματική ανεργία να συμπεριλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος της μερικής απασχόλησης, στο βαθμό που κανείς δε μπορεί να ζήση με 360-450 ευρώ το μήνα, με το μεγαλύτερο μέρος τόσο των νεαρών πολύ-πτυχιούχων όσο και των συνταξιούχων να εξαρτώνται αντίστοιχα από τους γονείς και από τα παιδιά τους. Με τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να κλείνουν κατά εκατοντάδες καθημερινά, με τους αγρότες μέχρι το λαιμό στα χρέη, με εντελώς υποτυπώδες κοινωνικό κράτος καθώς λόγω των χρόνιων κι επιδεινούμενων σήμερα προβλημάτων στους τομείς της δημόσιας και – υποτιθέμενης δωρεάν - παιδείας και υγείας τεράστια ποσά από τις τσέπες των εργαζόμενων διοχετεύονται κατευθείαν στην παραπαιδεία και την ιδιωτική βιομηχανία υγείας, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυτό που δρομολογούν, για παλιά και νέα νεοφιλελεύθερα πειράματα, στην πιο ακραία μάλιστα εκδοχή τους.
    Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να επιτρέψει να περάσει τίποτα απ’ αυτά τα «πακέτα μέτρων», τωρινά και επόμενα. Από το ξήλωμα της κοινωνικής ασφάλειας, που καταδικάζει και τις επερχόμενες γενιές, μέχρι το κλείσιμο νοσοκομείων και σχολείων και τις μαζικές απολύσεις από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Η χώρα οδηγείται σήμερα σε μια ελεγχόμενη, από την ΕΕ και το ΔΝΤ, χρεοκοπία ενώ είναι μια χώρα με μεγάλο πλούτο – μόνο που αυτός συγκεντρώνεται σε χέρια όλο και πιο λίγων, και το κράτος τον διοχετεύει και τον διαχειρίζεται κόντρα στις πραγματικές ανάγκες των πολλών.
    Οι Έλληνες εργαζόμενοι, γυναίκες και άντρες και πριν απ’ όλα οι νέοι, δεν πρέπει να αποδεχτούν ως «μονόδρομο» την καταδίκη τους σε μια μακριά και βασανιστική υπανάπτυξη. Να συνειδητοποιήσουν ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα σε πολιτικό επίπεδο από αυτούς που έφεραν διαχρονικά τη χώρα στη σημερινή κατάσταση και εξασφάλισαν τη συνέχιση της πολιτικής κυριαρχίας τους μέσω ενσωμάτωσης στηριγμένης στις πελατειακές σχέσεις, στον εκμαυλισμό και στα ασύστολα, προεκλογικά και μετεκλογικά, ψέματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάμεσα στο «πολιτικό προσωπικό» του δικομματισμού, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που εμφανίζονται ως σοσιαλιστές, δε βρίσκεται ούτε ένας που να μπορεί να μιλήσει ανάλογα έστω με αυτά που δήλωσε η Πρωθυπουργός της Ισλανδίας Γιοχάνα Σιγκουρντοτίρ, κάθε άλλο παρά αριστερή, συνοψίζοντας σε δήλωση της τα συμπεράσματα της Έκθεσης της «Επιτροπής Αλήθειας» για τη χρεοκοπία της Ισλανδίας: «Οι ιδιωτικές τράπεζες απέτυχαν, το σύστημα επίβλεψης απέτυχε, η κυβέρνηση απέτυχε, τα ΜΜΕ απέτυχαν και κυρίως απέτυχε η ιδεολογία μιας ελεύθερης αγοράς χωρίς κανόνες.»
    Όπως και τότε, στα τελευταία χρόνια της δικτατορίας χρειάστηκε να κατέβουν οι φοιτητές κι η νεολαία στους δρόμους, διακινδυνεύοντας ακόμα και τη ζωή τους για να σπάσει το απόστημα, έτσι και σήμερα οι εργαζόμενοι, γυναίκες και άντρες, και πριν απ’ όλα οι νέοι άνθρωποι, δεν έχουν να υπολογίζουν παρά μόνο στη δύναμη της αγωνιστικής ενότητας τους πέρα κι έξω από τις ιδεολογικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους. Να συνειδητοποιήσουν αυτή τη δύναμη τους και να την κάνουν αισθητή, μαζί με τη θέληση τους, στους τόπους δουλειάς και σπουδών και πριν απ’ όλα στους δρόμους σε πρωτοφανέρωτη έκταση σε σχέση με ό,τι από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα είχαμε γνωρίσει ως κίνημα. Ασκώντας τη δημοκρατία στην πράξη, ανοίγοντας με τη μαζική αντίσταση και την πάλη τους, ταυτόχρονα δρόμους για έξοδο απ’ το χρεοκοπημένο πολιτικό σκηνικό, που να επιτρέπουν να μείνει ανοικτό το παρόν και προπαντός το μέλλον. Αυτός, ο δρόμος του συλλογικού και προσωπικού αγώνα, είναι στην πραγματικότητα ο «μονόδρομος».
    Και οι δυνάμεις που ενδιαφέρονται πράγματι για μια τέτοια εξέλιξη, διατηρώντας τη διαφορετικότητα τους, θα πρέπει να εξασφαλίσουν μια ενότητα δράσης τουλάχιστο ανάλογη με τη λαίλαπα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Αυτό θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά από την άποψη της ενεργούς αγωνιστικής έγερσης μέσα στην κοινωνία και θα βοηθήσει αποφασιστικά ώστε η κοινωνική δυναμική, που έτσι κι αλλιώς θ’ αναπτυχθεί, να μην σπαταληθεί σε αδιέξοδα ξεσπάσματα, αλλά να μπορέσει ν΄ αποκτήσει στόχους και χαρακτηριστικά κινήματος.
    Πιστεύω ότι έχει επίσης σημασία, να μπει ως στόχος πάλης η διεκδίκηση Δημοψηφίσματος για την κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Ένας τέτοιος στόχος θα βοηθούσε να συγκεντρωθούν δυνάμεις μέσα στην Ελλάδα και θα διεθνοποιούσε ταυτόχρονα αυτή τη μάχη, σε συντονισμό με κινήματα σε άλλες χώρες της Ε.Ε., χωρίς να προκαταλαμβάνει την πάλη για τους ιδιαίτερους στόχους που μπορεί να έχει η μια ή άλλη δύναμη της Αριστεράς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη απέναντι στην Ε.Ε. Είτε το θέλουμε είτε όχι, στη μικρή Ελλάδα σήμερα μαχόμαστε και για τους εργαζόμενους των άλλων χωρών της Ε.Ε.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ, 21.4.2010 Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ, 21.4.2010 Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 8:56:00 μ.μ. Rating: 5