Εισήγηση στην Επ. Οικ. Υποθέσεων στις 2.7.2013 για το σ/ν "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών, Σχολαζουσών Κληρονομιών και λοιπές διατάξεις" στις 2.7.2013

ΟΛΓΑ – ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ (Εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ): Καταρχήν, πρέπει να υποστηρίξουμε την δημιουργία ενός κώδικα για τα εθνικά κληροδοτήματα, που θα εκσυγχρόνιζε τον αναγκαστικό ν.2039/39, το κύριο μέχρι σήμερα πλαίσιο για την εκκαθάριση, διαχείριση και λειτουργία τους προς όφελος του εκάστοτε κοινωφελούς σκοπού τους. 

Είναι φανερό ότι κάτι τέτοιο αποτελεί αδιαμφισβήτητη ανάγκη, ξεκινώντας από την κατά 12 χρόνια καθυστερημένη υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής του 2001 - άρθρο 109 παρ. 3 -, που θα δημιουργούσε συνθήκες εξορθολογισμού και διαφάνειας στην διαχείρισή τους, καθώς προβλέπει «τη σύνταξη μητρώου κληροδοτημάτων γενικά και ανά περιφέρεια, την καταγραφή και ταξινόμηση των περιουσιακών τους στοιχείων, την διοίκηση και διαχείριση κάθε κληροδοτήματος σύμφωνα με την βούληση του διαθέτη ή δωρητή», επί λέξει. 

 Αυτή η ανάγκη υπάρχει, όχι επειδή ο αναγκαστικός ν. 2039 είναι κακός νόμος. Το αντίθετο, είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη ότι, παρά την εκτεταμένη κακοδιαχείριση στην πράξη, που οφείλεται κυρίως στην ελλιπή εφαρμογή του και στην έλλειψη ελέγχου της εποπτεύουσας αρχής, αλλά και παρά τις ενδιάμεσες περιπέτειες της ελληνικής ιστορίας, ο βασικός λόγος που διασώθηκαν και έφτασαν μέχρι τις μέρες μας κληροδοτήματα ακόμα και από τον 19ο αιώνα, είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία που περιέχει. 

Επειδή, όμως, είναι φανερό βέβαια ότι έχει κενά, χρειάζεται δραστικός εκσυγχρονισμός. Παραδείγματος χάριν, στα κληροδοτήματα εφαρμόζεται η γενική νομοθεσία για τα δημόσια έργα, επειδή δεν υπάρχει στον α.ν. οποιαδήποτε σχετική ειδική νομοθετική πρόνοια. Και, φυσικά, έχει πλήθος διατάξεων, που χρειάζονται δραστικό εκσυγχρονισμό. 


Ωστόσο, ο υπό συζήτηση προτεινόμενος Κώδικας κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών μας βάζει σε σκέψεις για μια σειρά λόγους. 

Πρώτον, επειδή παρουσιάζει την πρωτοτυπία της συνένωσης για πρώτη φορά σε ενιαίο κώδικα, της νομοθεσίας για τα λεγόμενα εθνικά κληροδοτήματα, τα οποία μετονομάζει σε κοινωφελείς περιουσίες με εκείνη για τις σχολάζουσες κληρονομιές, με την αιτιολογία ότι μετά την εκκαθάριση οποιασδήποτε σχολάζουσας κληρονομιάς, η διαχείρισή της από κει και πέρα δεν διαφέρει από αυτήν των κληροδοτημάτων. Εδώ, όμως, αγνοείται μια πολύ σημαντική διαφορά: Το Δημόσιο είναι ελεύθερο να διαχειριστεί όπως θέλει την κινητή και ακίνητη περιουσία μιας πρώην σχολάζουσας κληρονομιάς, ακόμα και να την περάσει στο ΤΑΙΠΕΔ και να την εκποιήσει υπέρ των δανειστών. Αντίθετα, τα κληροδοτήματα συνιστούν περιουσία, η οποία καλύπτεται με συνταγματικές εγγυήσεις και περιορισμούς στον τρόπο αξιοποίησης, αλλά και διοίκησή της, εφόσον ο τελευταίος προβλέπεται από τον κληροδότη. 

Το άρθρο 109, παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζει ρητά ότι «δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού», ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι εφόσον για οποιοδήποτε λόγο η θέληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση του για τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό στην ίδια ή ευρύτερη περιφέρεια και μόνο μετά από δικαστική απόφαση. Γι’ αυτό και, αντίθετα απ’ ό,τι θα ακολουθούσε αν επρόκειτο για πρώην σχολάζουσες κληρονομιές, η πώληση των 2 από τα 6 δημόσια ακίνητα μεγάλης αξίας σε πρωτεύουσες του εξωτερικού, μέσω διεθνούς δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού του ΤΑΙΠΕΔ τον περασμένο Μάρτιο, και συγκεκριμένα των ακινήτων στην Λευκωσία και στο Βελιγράδι, δεν ολοκληρώθηκε, αλλά μπλοκαρίστηκε δικαστικά μόλις έγινε αντιληπτό ότι επρόκειτο για κληροδοτήματα. 

Είναι λοιπόν, φανερό, ότι σε μια εποχή, που οι δανειστές πιέζουν και η κυβέρνηση αναζητά αγωνιωδώς νέες πηγές άντλησης εσόδων για το περίφημο «πρωτογενές πλεόνασμα» και για το χρέος, η ανάμιξη δυο εξαιρετικά διακριτά ειδών κοινωφελούς περιουσίας υπό κοινή νομοθετική σκέπη, εντείνει έως ενθαρρύνει την σύγχυση σχετικά με τα μεταξύ τους όρια από άποψη προορισμού, σε ακραίες καταστάσεις, των εσόδων και προπαντός των περιουσιακών τους στοιχείων. 

Δεύτερον, μας βάζει σε σκέψεις ο τρόπος κατάρτισης του παρόντος Κώδικα, επειδή, όπως περιγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση, ενώ μέσα στην τελευταία 20ετία από το 1993, συστάθηκαν τέσσερις νομοπαρασκευαστικες επιτροπές, οι τρεις από τις οποίες παρήγαγαν τέσσερα σχέδια νόμου και η τελευταία, του 2012, διαλύθηκε εν μέσω διαφωνιών χωρίς να καταλήξει σε πρόταση, η κυβέρνηση δεν πήρε υπόψη κανένα από αυτά, αλλά, σύμφωνα πάντα με την Αιτιολογική Έκθεση, συνέταξε το παρόν κείμενο παίρνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής - που είχε ασχοληθεί για δεύτερη φορά το 2011 με το θέμα - και την εμπειρία από την εφαρμογή του αναγκαστικού νόμου 1939. Ποιος μπόρεσε να το κάνει αυτό τόσο αποτελεσματικά, ώστε να επισκιάσει τέσσερις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές; Σύμφωνα με πληροφορίες, ιδιωτικό νομικό γραφείο συμβούλων. Γιατί, άραγε, αυτή η ειδική νομοθετική δουλειά ικανοποίησε επί τέλους τη κυβέρνησης, πολύ περισσότερο από τη συλλογική δουλειά δημοσίων νομοπαρασκευαστικών επιτροπών; Ακούμε, πάλι, ότι τα πορίσματα των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών ήταν στην κατεύθυνση εκσυγχρονισμού και συμπλήρωσης της υπάρχουσας νομοθεσίας, ενώ ο παρών Κώδικας βρίσκεται φανερά σε άλλη κατεύθυνση. 

 Γι' αυτό και το τρίτο που μας βάζει σε σκέψεις, είναι το ίδιο το περιεχόμενο του Κώδικα με επίκεντρο τα άρθρα 15,16, 24, 35, 57 και, βέβαια, το περίφημο άρθρο 21, που συγκέντρωσε και τα περισσότερα πυρά στην μόλις δεκαπενθήμερη δημόσια διαβούλευση στο open.gov, καθώς ιδιωτικοποιεί τους μηχανισμούς ελέγχου. Όχι τυχαία, ο υπό συζήτηση Κώδικας με επίκεντρο αυτό, αλλά όχι μόνο, το άρθρο προκάλεσε αυτό το Μάιο Γενική Συνέλευση του Πανελληνίου Συλλόγου Οικονομικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών και, δίκαια, προτάσεις δημόσιου ελέγχου, ενώ η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εφοριακών, σε ειδική συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου τους, κατέληξαν να ζητήσουν την ακύρωση του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου, καλώντας για άλλη μια φορά την ηγεσία του υπουργείου σε ουσιαστικό διάλογο με τους φορείς των εργαζομένων για τις επιζητούμενες αλλαγές. 

 Επιτρέψτε μου μια σειρά κεντρικές παρατηρήσεις στο παρόν σχέδιο νόμου με την επιφύλαξη της λεπτομερέστερης τοποθετήσεις στην επί των άρθρων συζήτηση μετά και από την ακρόαση των φορέων. 

Καταρχήν, ο υπό συζήτηση Κώδικας δεν συνοδεύεται από Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, ώστε να ελεγχθεί η συμβατότητα του με τις συνταγματικές επιταγές του άρθρου 109, παράγραφος 1 και 2. Βέβαια, μπορώ να θυμηθώ όχι και λίγες περιπτώσεις από τις νομοθετικές διαδικασίες του τελευταίου χρόνου, π.χ. για τα ασφαλιστικά νομοσχέδια, όταν η διαπίστωση αντισυνταγματικότητας στην Έκθεση που τα συνόδευε, αγνοήθηκε πανηγυρικά, τόσο από την κυβέρνηση, όσο και από την κυβερνητική πλειοψηφία. 

Δεύτερο, κοινό ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, μέσω της εξασφάλισης συνθηκών επιτάχυνσης της εκκαθάρισης με διαφάνεια των τρομακτικά χιλιάδων εκκρεμών υποθέσεων, να μπει φρένο στον προσωπικό πλουτισμό μέρους τουλάχιστον των φυσικών προσώπων που ασχολούνται με εκκαθαρίσεις και διαχείριση κοινωφελών περιουσιών, ο τερματισμός της απώλειας διαφυγόντων εσόδων, που θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι περιουσίες, από αδιαφορία, αμέλεια ή και εσκεμμένα για την εξυπηρέτηση προσωπικών και πελατειακών σχέσεων, και βέβαια η άσκηση αποτελεσματικού και διαφανούς ελέγχου, όχι μόνον νομιμότητας, αλλά και σκοπιμότητας, ώστε να εξαλειφθεί το «καταβρόχθισμα» των εσόδων από τα λειτουργικά έξοδα, κόντρα στην επιδίωξη επίτευξης του σκοπού, για τον οποίο η κοινωφελής περιουσία συστάθηκε. 

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στις σημερινές συνθήκες της κρίσης, όταν με το «τσεκούρωμα» των κοινωνικών λειτουργιών του κράτους, η επικουρικότητα και η συμπληρωματικότητα των εσόδων από τα κληροδοτήματα στις λειτουργίες αυτές, χωρίς να αποπροσανατολίζει από τον αγώνα διεκδίκησης των δημοσίων και κοινωνικών αγαθών ως δικαιωμάτων του πολίτη, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πρακτική σημασία προκειμένου να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να μην λυγίσουν, να μην «σωριαστούν» οικονομικά, αλλά να μείνουν όρθιοι στα πόδια τους. 

Είτε πρόκειται για την παροχή υποτροφιών φοιτητών, σπουδαστών και μαθητών είτε για τη στήριξη της λειτουργίας πανεπιστημιακών νοσοκομείων, γηροκομείων, ασύλων ανιάτων, φοιτητικών εστιών - αυτά όλα είναι παραδείγματα, υπάρχουν πολύ περισσότερα - είτε για να συνεχίσει να υπάρχει καλλιτεχνική δραστηριότητα και δυνατότητα επαφής των εργαζομένων με την τέχνη, με ταυτόχρονη επιβίωση των καλλιτεχνών. 

 Πολύ περισσότερο, θα έπρεπε να δυναμώσει τις ασφαλιστικές δικλείδες που χρειάζονται, ώστε να συνεχίσει να εξασφαλίζεται η συνέχεια ύπαρξης αυτών των περιουσιών προς όφελος των ιδιαίτερων στόχων δημοσίου συμφέροντος, που εξυπηρετεί η καθεμία. Δηλαδή, να εξασφαλίζεται ότι τα κληροδοτήματα, όπως μέσα από την τρικυμία της ελληνικής ιστορίας διασώθηκαν και έφτασαν στις ημέρες μας, μέσα από τις συνθήκες της σημερινής κρίσης και των καταστροφικών στόχων και συνεπειών των μνημονιακών πολιτικών θα διασωθούν και για τις επόμενες γενιές. 

Τι προβλέπει, όμως, ο υπό συζήτηση Κώδικας; Στη θέση του παλιού, πολύ απλούστερου, από μια άποψη, συστήματος ελέγχου κι αντί να εκσυγχρονίσει και να συμπληρώσει με δραστικό τρόπο αυτό το σύστημα, δημιουργεί πλήθος γραφειοκρατικών μηχανισμών και διαδικασιών, νέων και παλαιότερων, η χρηματοδότηση των οποίων προβλέπεται να γίνεται κυρίως μέσα από την περιουσία των Κληροδοτημάτων και Δωρεών.

 Έτσι, με οικονομική επιβάρυνση των περιουσιών των Κληροδοτημάτων, Δωρεών κ.λπ. - άρθρο 9 παρ. 9, άρθρο 12 παρ, 4 εδάφιο β΄, άρθρο 14 παρ. 3, άρθρο 21 παρ. 4, άρθρα 65 και 66 - χωρίς, μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις να προσδιορίζεται, εκ των προτέρων, το ύψος αυτής της επιβάρυνσης, που θα επιβάλλεται και θ’ αναπροσαρμόζεται - π.χ. άρθρο 21 παρ. 4 -, προβλέπεται ο διορισμός εκτελεστών διαθηκών, εκκαθαριστών, διαχειριστών κ.λπ., - άρθρο 16 -, η δημιουργία Κεντρικού Συμβουλίου Κοινωφελών Περιουσιών και Συμβουλίων Κοινωφελών Περιουσιών Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, άρθρα 6 και 8, οι Χρηματοοικονομικοί Σύμβουλοι Διοίκησης - άρθρο 35 -, η σύσταση του Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών με πληρωμή τέλους από κάθε κληροδότημα – άρθρο 16-, και με εντελώς εξωτερική και ιδιωτική μηχανογράφηση, όπως θεσπίζεται. Και το αποκορύφωμα, με την ανάθεση διαχειριστικών ελέγχων σε ιδιωτικές ελεγκτικές εταιρείες - αυτό είναι το άρθρο 21- και όχι μόνο ελέγχων, αλλά και της διαχείρισης, όπως προβλέπεται σε παραπέρα άρθρα.

 Όλες αυτές οι πρόσθετες επιβαρύνσεις σε συνδυασμό με τις ήδη υπάρχουσες, συντελούν στο σταδιακό «ροκάνισμα» των Εθνικών Κληροδοτημάτων και Δωρεών, με αποτέλεσμα να καθίσταται εκ των πραγμάτων ανέφικτος ο σκοπός που υπηρετεί η κληροδότηση ή η δωρεά των περιουσιακών στοιχείων. Το, πλέον πιθανό σε αυτή την περίπτωση, είναι να εξαναγκαστούν Ιδρύματα, Σωματεία και κάθε είδους Νομικά Πρόσωπα, τα οποία διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία των κληροδοτημάτων, να οδηγηθούν σε σταδιακή εκποίηση και απώλεια τους. Ότι ακριβώς γίνεται σε ατομικό επίπεδο με πολλούς συμπολίτες μας. 

Μία προσεκτική εξέταση θα αποδείκνυε ότι αυτές οι απαράδεκτες επιβαρύνσεις των κοινωφελών περιουσιών, οι οποίες στην Αιτιολογική Έκθεση βαφτίζονται ως «ανταποδοτικές», παραβιάζουν ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 109, παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και την αρχή της αναλογικότητας. Σε κάθε περίπτωση, όταν η δήθεν «ανταποδοτικότητα» οδηγεί στην αναποτελεσματικότητα και στην οικονομική εκμηδένιση των κοινωφελών περιουσιών, ο στόχος του εξορθολογισμού της διαχείρισης τους μετατρέπεται σε προπέτασμα καπνού. Δεν έχει έννοια η, με οποιοδήποτε, τρόπο βελτίωση διαχείρισης ενός τίποτα. 

Ναι, χρειάζονται τακτικοί και έκτακτοι διαχειριστικοί ελέγχοι, αλλά όχι με κόστος εξανεμισμού των, υπό έλεγχο, περιουσιακών στοιχείων. Ο «φθηνότερος», με ή χωρίς εισαγωγικά, από την άποψη του κοινωνικού κόστους και ο πρακτικά αποτελεσματικότερος τρόπος, είναι η συγκρότηση στις Αποκεντρωμένες Αρχές Ελεγκτικού Τμήματος μέσα από τους εφοριακούς των ΔΟΥ, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται να «περισσεύουν» σήμερα με τη ραγδαία συγχώνευση και κλείσιμο ΔΟΥ, που προκαλούν τα μνημονιακά προαπαιτούμενα. Εφοριακοί ασχολούνται και σήμερα, όταν τελειώνουν έλεγχοι των Οικονομικών Επιθεωρητών, με θέματα βεβαίωσης και καταλογισμού φόρων και προστίμων ως προς τις κοινωφελείς περιουσίες. Στο υπό συζήτηση σχέδιο νόμου οι εφοριακοί είναι ο τρίτος κρίκος, ούτε λίγο ούτε πολύ, που θα ασχολούνται με αυτές… 

 Χρειάζεται επίσης διπλασιασμός έως τριπλασιασμός του προσωπικού της αποδεκατισμένης, σήμερα, Διεύθυνσης Κληροδοτημάτων και Σχολαζουσών Κληρονομιών της Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, όπου 2 υπάλληλοι έχουν να εποπτεύουν την εκκαθάριση, περίπου, 1000 Σχολαζουσών Κληρονομιών, 7 υπάλληλοι την εκκαθάριση 6.500 Κληροδοτημάτων και 8 υπάλληλοι τη διαχείριση 650 εν λειτουργία Κληροδοτημάτων, που «κρατά» κεντρικά το Υπουργείο Οικονομικών. Το Μητρώο μπορεί να φτιαχτεί υπό την εποπτεία μιας κεντρικά ενισχυμένης Διεύθυνσης, ξεκινώντας από την κατάλληλη μηχανογράφηση. Ας θυμηθούμε ότι το ΤΑΧΙS, που φτιάχνεται ιδιωτικά τόσα χρόνια τώρα και τελειωμό δεν έχει, δεν έχει καν μέχρι σήμερα πρόβλεψη για τα Κληροδοτήματα και τις Σχολάζουσες Κληρονομιές, για να συνειδητοποιήσουμε, πώς το Δημόσιο και οι κρατικές υπηρεσίες απαξιώνονται διαχρονικά από τις ίδιες τις ελληνικές κυβερνήσεις, με αποκορύφωμα τις κυβερνήσεις της μνημονιακής περιόδου. 

Και οι Οικονομικοί Επιθεωρητές, που διενεργούν ελέγχους στα Κληροδοτήματα από το 1997, και προβλέπεται να κάνουν, στο παρόν νομοσχέδιο, εξ υπαρχής ελέγχους, αν οι ιδιωτικές εταιρείες εντοπίσουν κάποια ατασθαλία, πρέπει να ενισχυθούν για να παίξουν το ρόλο τους, που από θεσμική άποψη έχει αποδειχτεί, ότι είναι σε θέση, όταν δεν τους βάζουν εμπόδια, να τον παίζουν μια χαρά. Ας θυμηθούμε μόνο ότι από το Δήμο Θεσσαλονίκης μέχρι το Πάντειο Πανεπιστήμιο, είχαν προηγηθεί έλεγχοι Ορκωτών Λογιστών και ιδιωτικών ελεγκτικών γραφείων με εκθέσεις που έδιναν το «έχειν καλώς», παρά όλο που, όπως έδειξαν μετά οι έλεγχοι των Οικονομικών Επιθεωρητών, υπήρχαν όχι απλά μεγάλες αποκλίσεις στους ισολογισμούς και τους απολογισμούς αλλά ολόκληρες «τρύπες». 

Με την παράδοση σε ιδιωτικές ελεγκτικές και νομικές επιχειρήσεις των ελέγχων αλλά και της διαχείρισης για περιουσίες από ένα επίπεδο και πάνω, ωφελούνται τα μεγάλα διεθνή ελεγκτικά γραφεία - από την KPMG μέχρι την Pricewaterhouse Coopers -, αλλά και μικρότεροi, κατά τόπους, «ημέτεροι», αν δεν θέλουμε να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Είναι απαράδεκτη h θέσπιση από ένα ποσό και πάνω - για τις μεγαλύτερες περιουσίες, εκεί που χρειάζεται αυξημένη διαφάνεια - να μπορούν να μπαίνουν στο Μητρώο Εκκαθαριστών, Διαχειριστών κ.λπ., να μπαίνουν Νομικά Πρόσωπα, που, προφανώς, από την φύση τους αντιμετωπίζουν τα Κληροδοτήματα ως «κοινωνικά φιλέτα».

 Πέρα απ' όλα τα άλλα, αυξάνεται η αδιαφάνεια σε συνδυασμό με την έλλειψη λογοδοσίας, καθώς τα μεν φυσικά πρόσωπα, που εγγράφονται στο Μητρώο, και οι συγγενείς τους, είναι υπόλογα με «πόθεν έσχες», ενώ αυτό δεν ισχύει για τα φυσικά πρόσωπα, που ασκούν τις λειτουργίες των Νομικών Προσώπων: Πράγμα που τα κάνει να καταλήγουν σε έλλειψη προσωπικής λογοδοσίας και, ουσιαστικά, σε ατιμωρησία. 

Από το άρθρο 57 είναι πολύ χαρακτηριστική αυτή φράση: «Αν κριθεί ότι ο τρόπος διαχείρισης αποβαίνει ασύμφορος για το Ίδρυμα, μπορεί να ανακαλείται η απόφαση ανάθεσης με την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε». «Και η ζημιά ή τα τυχόν διαφυγόντα έσοδα;» θα ρωτήσει κανείς. Πρακτικά για αυτά δεν προβλέπεται κάτι, άρα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. 

Υπολόγισα ότι σήμερα τα Ιδρύματα των Κληροδοτημάτων και των Δωρεών, τα περισσότερα από τα οποία έχουν ακίνητα, αιμορραγούν, κυριολεκτικά, από τους φόρους, τέλη και χαράτσια επί της ακίνητης περιουσίας. Τυχαία έμαθα χθες ότι η τρέχουσα τέτοια δόση φόρων επί της ακίνητης περιουσίας του Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών, που είναι να πληρώσει αυτές τις μέρες, ξεπερνά τα 400.000 €...

 Ένας τρόπος, όμως, έμμεσης αλλοίωσης της συνταγματικής επιταγής προστασίας του άρθρου 109, είναι η απομύζηση των εσόδων των Κληροδοτημάτων από το ίδιο το Δημόσιο κεντρικά. Αυτό μπορεί να αφήσει ένα Κληροδότημα ανίκανο να εξυπηρετήσει τον στόχο του, χωρίς αλλαγή αυτού του σκοπού. Και τι γίνεται, όταν ένα Ίδρυμα με ακίνητα δεν έχει πια έσοδα, ακόμη και για τη λειτουργία του; Και αν δεν μπορεί καν, όπως συμβαίνει στη σημερινή συγκυρία, να εκποιήσει την περιουσία του; Τότε επέρχεται «διάλυση της περιουσίας», η οποία ανήκει στην «ιδιωτική περιουσία του Δημόσιου». Άρα, τότε, ό,τι συνέβη όλως παρανόμως με τα δύο ακίνητα στη Λευκωσία και στο Βελιγράδι και με το ΤΑΙΠΕΔ, θα μπορούσε να επιχειρηθεί με πολύ πιο νομότυπο τρόπο για τα επόμενα. 

Θα πούμε περισσότερα στη συζήτηση επί των άρθρων. Να πω μόνο, επί της αρχής, ότι εμείς συμφωνούμε με την πρόταση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Εφοριακών, γιατί είναι φανερό, ότι χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία αυτού του νομοσχεδίου, που είναι ένα πολύ κρίσιμο νομοσχέδιο. Ζητούμε, όπως ζητούν και εκείνοι, να το αποσύρετε, να το συζητήσετε με τους εργαζόμενους στο Υπουργείο Οικονομικών και να το επαναφέρετε, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, με «θεραπευμένο» το πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης, ουσιαστικά, των κρατικών και δημόσιων λειτουργιών: Για πραγματική και πρακτική υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος. 

Επιτέλους, να λύσουμε και το πρόβλημα των Ηπειρωτικών Κληροδοτημάτων, που θα μας το πει και αύριο η Επιτροπή Αγώνα για τα Ηπειρωτικά Κληροδοτήματα. Γιατί είναι πρωτοφανές σε μία σύγχρονη χώρα, να υπάρχει μία πόλη και μία περιοχή της Ελλάδας, που να εξαιρείται - χωρίς να υπάρχει, βέβαια, κανένας λόγος - από ό,τι καλείται να ισχύσει και απ’ ότι ίσχυε μέχρι τώρα για όλη την υπόλοιπη χώρα. Πολύ περισσότερο, να επιβεβαιώνει το παρόν νομοσχέδιο αυτή την εξαίρεση. Επομένως, όπως είναι το παρόν σχέδιο νόμου, δεν το ψηφίζουμε. 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών): Συνεπώς δεν το ψηφίζετε; 

ΟΛΓΑ - ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ: Έτσι όπως είναι, όχι.
Εισήγηση στην Επ. Οικ. Υποθέσεων στις 2.7.2013 για το σ/ν "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών, Σχολαζουσών Κληρονομιών και λοιπές διατάξεις" στις 2.7.2013  Εισήγηση στην Επ. Οικ. Υποθέσεων στις 2.7.2013 για το σ/ν "Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών, Σχολαζουσών Κληρονομιών και λοιπές διατάξεις"  στις 2.7.2013 Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 8:51:00 π.μ. Rating: 5