Θάνατος του Σωτήρη Δημητρίου - Προβολή της ταινίας Πουλιά στο βάλτο

Θάνατος του Σωτήρη Δημητρίου - Εισαγωγή στην πρώτη ταινία από την τριλογία της Αλίντας Δημητρίου για τη συμμετοχή των γυναικών στην Αντίσταση ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ (27.8.2016)





Μνήμη ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Στις 5 Αυγούστου 2016, κατακαλόκαιρο, τρία χρόνια αφού - και πάλι τέτοιες μέρες - είχε φύγει από τη ζωή στα 78 της χρόνια η αγαπημένη του Αλίντα, αναχώρησε πλήρης ημερών, σε ηλικία 91 ετών, για το ταξίδι δίχως επιστροφή ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ανθρωπολόγους και διαννοούμενους - που πρόλαβε να γράψει επίσης μια μικρή βιβλιοθήκη για την αισθητική του κινηματογράφου: Ο πολιτικός μηχανικός, αχώριστος σύντροφος της, Σωτήρης Δημητρίου.

Ο Σωτήρης έφυγε ήσυχος: Την άνοιξη είχε τακτοποιήσει ό,τι εκκρεμότητες υπήρχαν με το τεράστιο και πολύτιμο ιστορικό αρχείο κινηματογραφημένων μαρτυριών αγωνιστριών γυναικών από την ελληνική ιστορία του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα που η Αλίντα άφησε πίσω της ολοκληρώνοντας την τριλογία της για τις ελληνίδες στην αντίσταση: στην Κατοχή-Εμφύλιο-Δικτατορία. Και είχε παραδώσει για έκδοση το τελευταίο του βιβλίο.

Ένα δεκαπενθήμερο πριν, είχε προβληθεί η πρώτη ταινία της τριλογίας της Αλίντας Δημητρίου «ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ» στο πλαίσιο μιας κινηματογραφικής λέσχης γειτονιάς στη Νέα Ιωνία κι είχα συμμετάσχει, μαζί με τον Παναγιώτη Δενδρινό, που είχε ως θέμα της πτυχιακής του εργασίας το ντοκιμαντέρ της Αλίντας, στη μεταμεσονύχτια συζήτηση που ακολούθησε. Ο Σωτήρης είχε προσφέρει στο φίλο που οργάνωνε τις βραδιές της κινηματογραφικής λέσχης και τον είχε επισκεφτεί σπίτι του στον Άλιμο, με τη γνωστή του απέραντη ευγένεια, ένα DVD με το συγκεκριμένο έργο για την προβολή, όπως ακριβώς έκανε πάντα στις αντίστοιχες περιπτώσεις η Αλίντα. Αλλά είχε αρνηθεί να συμμετάσχει ο ίδιος στη συζήτηση – με τα ίδια λόγια που χρησιμοποιούσε πλέον σε κάθε ανάλογη πρόσκληση το τελευταίο διάστημα, ότι δε μπορεί, είναι πλέον κουρασμένος.

Θα ήθελα ν’  αφιερώσω στη μνήμη του από αυτή την τελευταία καλοκαιρινή εκδήλωση για το έργο της συντρόφισσας του όσο βρισκόταν ο ίδιος ακόμα στη ζωή, την εισαγωγή μου στη συζήτηση, όπως ανασυστήθηκε με βάση τις αναλυτικές σημειώσεις μου.

                                                               

                                                                                                                          Ν.Β.            22-23.8.2016










           


 ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΤΗΣ ΑΛΙΝΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ

ΒΡΑΔΙΕΣ  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ – ΑΛΣΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Ν. ΙΩΝΙΑΣ
                      
                                                                                        Πέμπτη, 21.7.2016


Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου ούτε ιστορικός. Αλλά αγαπώ πολύ τόσο το κινηματογραφικό μέσο όσο και την  ιστορία  - και, βέβαια, τους ανθρώπους  που τα υπηρετούν με ανοιχτό και ζωηρό μυαλό, με αξιοπρέπεια  κι αισθητική κι επιστημονική επάρκεια.

Ένας τέτοιος άνθρωπός ήταν η Αλίντα Δημητρίου, που έφυγε καταμεσής στο αθηναϊκό καλοκαίρι τρία χρόνια πριν, στις 30-7-2013, έχοντας να δώσει ακόμα πολλά.

Άρρωστη βαριά απ’ το 2011, προετοίμαζε ήδη ένα νέο ντοκιμαντέρ με μαρτυρίες γυναικών, αυτή τη φορά με θέμα «Γυναίκες και κρίση στις γειτονιές της Αθήνας» - αφού δε μπορούσε πια να ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα, θα κινηματογραφούσε αποκλειστικά στην Αθήνα, στην ενδιάμεση μέρα ανάμεσα σε δυο συνεδρίες αιμοκάθαρσης. Από μας ζητούσε μόνο να της δώσουμε επαφή με τις πρώτες γυναίκες, απ’  αυτές θα έβρισκε η ίδια τις υπόλοιπες – όπως ακριβώς το είχε κάνει για τις ταινίες της τριλογίας της. Δεν πρόλαβε…

Η Αλίντα ήταν γνωστή στον κόσμο και τους φίλους του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, χάρη στα 50 ντοκιμαντέρ που είχε γυρίσει για την τηλεόραση της ΕΡΤ και το Υπουργείο Πολιτισμού και τα άλλα 15, της κατηγορίας του βιομηχανικού ντοκιμαντέρ, που είχε γυρίσει για τη ΔΕΗ.

Ο κόσμος του ντοκιμαντέρ όμως είναι στενός στην Ελλάδα.

Η Αλίντα  έσπασε τα όρια αυτού του κόσμου με την τριλογία της, που ίσα – ίσα πρόλαβε να ολοκληρώσει  και δίκαια τη θεωρούσε έργο ζωής: Για την ξεχασμένη και αδιερεύνητη συμμετοχή των καθημερινών γυναικών στην πολιτική αντίσταση του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και στις κορυφαίες ιστορικές του στιγμές - Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, Φυλακές κι Εξορίες, Μετεμφυλιακό Κράτος και, πιο ειδικά στην τρίτη ταινία της τριλογίας της, οι γυναίκες στην ανάκριση κατά την διάρκεια της  επτάχρονης  δικτατορίας.

Μόνο η πρώτη  απ’ τις τρεις ταινίες, αυτή που είδαμε απόψε, υποβλήθηκε επίσημα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και σάρωσε τα βραβεία για το ντοκιμαντέρ - κέρδισε 7!

Τις άλλες δεν τις υπέβαλλε καθόλου.

Η τριλογία είναι η μοναδική ενότητα στο έργο της, που δεν την έκανε με «παραγγελιά». Την παρήγγειλε η ίδια στον εαυτό της. Μακάρι να μπορούσαν να το έχουν κάνει αυτό πολλοί σημαντικοί δημιουργοί πριν ολοκληρώσουν τη ζωή και – πιθανόν- το έργο τους.

Αλλάζοντας δραστικά τη θεματολογία της στα 70 της χρόνια, ήδη απ’ την πρώτη ταινία της τριλογίας αποφάσισε να έρθει σε ρήξη με όλο τον τρόπο της μέχρι τότε δουλειάς της – τρόπο δουλειάς μιας ολόκληρης ζωής. Έλυσε έτσι με πρωτότυπο τρόπο το θέμα της χρηματοδότησης  - και στη συνέχεια επίσης της διανομής τους:

Τρεις νεώτεροι άνθρωποι του κινηματογράφου και μερικοί ακόμη εθελοντές – γιατί ο κινηματογράφος απαιτεί συλλογική προσπάθεια - δούλεψαν μαζί της, σε κάποια ή και σε όλες τις ταινίες της τριλογία. Χωρίς αμοιβή και κάποιες φορές ακόμα και χωρίς τα έξοδά τους. Επειδή τους έπεισε γι’ αυτό που επιχειρούσε να κάνει. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στα στοιχεία της δεύτερης ταινίας της τριλογίας: «Η ταινία δεν έχει χρηματοδοτηθεί από κανένα φορέα και η υλοποίησή της οφείλεται στους τρεις συνεργάτες της σκηνοθέτιδας.»
Οι οποίοι τρεις συνεργάτες ήταν:
Η Αφροδίτη Νικολαϊδη - κάμερα και βοηθός σκηνοθέτη.
Ο Αλέξης Γρίβας -  φωτογραφία
Κι η σκηνοθέτρια Ηλέκτρα Βενάκη, η νέα Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έκανε το – πλέον επαγγελματικό - μοντάζ των «Πουλιών» και της «Ζωής στους βράχους». Μοντάζ στη τρίτη ταινία της τριλογίας της, «Τα κορίτσια της βροχής», έκανε η ίδια η Αλίντα.

Η Αλίντα είχε και στις τρεις ταινίες την ευθύνη για την παραγωγή (στην πρώτη μαζί με τον Σωτήρη), το σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Και στις τρεις ταινίες ακούγεται μόνο η φωνή της, κι αυτή σε ορισμένες μόνο από τις ερωτήσεις που υπέβαλλε. Δεν εμφανίζεται η ίδια στο πλάνο. Αστειευόταν γι’  αυτό: Υποστήριζε ότι δεν εμφανιζόταν επειδή ήταν παχιά κι οι γυναίκες θα κρύβονταν πίσω της.

Τ’  ότι είχε λύσει με τέτοιο απλό τρόπο το πρόβλημα χρηματοδότησης της παραγωγής της τριλογίας – πληρώνοντας μόνο τα έξοδα κι αποκλειστικά απ’  την τσέπη της – σήμαινε ότι είχε απαλλαγεί από την ανάγκη για χορηγούς. Κι έτσι, χωρίς χορηγούς, δίκαια αισθανόταν πως ήταν απολύτως ανεξάρτητη να κάνει πλέον τις ταινίες της όπως ήθελε αυτή. Αυτό  της έδινε μια αίσθηση άγριας ελευθερίας και τη δυνατότητα να δημιουργήσει –πράγμα εντελώς σπάνιο – μια πραγματικά δική της τριλογία.
Για παράδειγμα, πρωτογνώρισα τη δουλειά της παρακολουθώντας  αυτή την ίδια ταινία που είδαμε απόψε σε μια προβολή που οργάνωσε μετά την βράβευσή της, τέλος του 2008, ο ΣΥΡΙΖΑ Παλαιού Φαλήρου.

Στη συζήτηση που ακολούθησε κάποιος θεατής της έκανε κριτική για τ’ ότι έκανε μια ταινία με ένα τέτοιο θέμα χωρίς ν’  ασκεί κριτική στην ηγεσία της Αριστεράς για τα λάθη της αυτή την ιστορική περίοδο: Με άλλα λόγια, της έκανε κριτική επειδή δεν έκανε την ταινία  που αυτός θα ήθελε να δει αλλά την ταινία που αυτή ήθελε να κάνει. Του απάντησε σε ανάλογο πνεύμα: Ποιος είδε τον Κύριο [ή μάλλον τη Κυρία!] και δεν την φοβήθηκε…

Αυτό, ότι έκανε πάντα την ταινία που αυτή ήθελε, ίσχυε και μεταξύ μας. Όταν άρχισαν τα γυρίσματα για τα «Κορίτσια της Βροχής», την τελευταία και πιο «βαριά» σε ατμόσφαιρα ταινία της τριλογίας, της είχα πει τη γνώμη μου: Να μη μείνει στα ιστορικά θέματα γύρω απ’ το Πολυτεχνείο, που είναι η πιο διερευνημένη περίοδος, αλλά να φωτίσει κυρίως τα πρώτα χρόνια, τα πλέον σκοτεινά, πριν το μαζικό κίνημα και την ανοιχτή αντιδικτατορική αντίσταση. Κατόπιν, ισχυριζόταν με αθώο ύφος ότι έκανε αυτό ακριβώς που της είπα - όταν είχε κάνει αυτό που η ίδια είχε συλλάβει και ήθελε από την αρχή: Μια ταινία όχι για το ρόλο των κοριτσιών – κυρίως, αλλά όχι μόνο, των φοιτητριών - στην ιστορία της αντίστασης ενάντια στη  δικτατορία, αλλά για τη στάση των γυναικών αυτής της περιόδου, σχεδόν αποκλειστικά, στην ανάκριση.

Το αποτέλεσμα είναι ολοφάνερο. Και οι τρεις ταινίες λειτουργούν σαν γροθιά στο στομάχι, η τρίτη όμως, με σκιώδη αναφορά στα ιστορικά γεγονότα της πρώτης περιόδου της δικτατορίας και επικεντρωμένη στα βασανιστήρια στις γυναίκες καθ’  όλη τη διάρκεια της, σε διαλύει…

Η Αλίντα, όπως συχνά τόνιζε η ίδια, δεν ήταν διανοούμενη. Κι η αλήθεια είναι ότι ο κατεξοχήν διανοούμενος στην οικογένεια, και μάλιστα κορυφαίος, ήταν και είναι ο Σωτήρης Δημητρίου, ο σύντροφος της.

Η Αλίντα ήταν κάτι περισσότερο από διαννοούμενη. Ήταν καλλιτέχνης, δημιουργός. Ήξερε μ’ εκπληκτική ακρίβεια τι ήθελε να κάνει και είχε τη δυνατότητα να το κάνει όχι σε μια ταινία με στέρεο σενάριο, όπως είναι οι ταινίες μυθοπλασίας, αλλά με την αβεβαιότητα που έχει το σενάριο κι η σκηνοθεσία στο ντοκιμαντέρ.

Αυτό σήμαινε ότι χρειαζόταν (κι ότι τα κατάφερνε), συχνά καθησυχάζοντας με τον - στα όρια του κυνισμού - ορθολογισμό της τους κάθε είδους λογικούς κι άλογους φόβους τους, ιδιαίτερα δουλεύοντας με την ομάδα των νεώτερων γυναικών της τρίτης ταινίας - να εκμαιεύει ότι ήταν αναγκαίο σε ιστορικό-συλλογικό και σε προσωπικό επίπεδο: Μέσα απ’ τον αυθόρμητο κι απροετοίμαστο λόγο των γυναικών-πρωταγωνιστριών της, μέσα  απ’ τις ιστορίες  των γυναικών της όχι μετά από σεναριακή επεξεργασία – το τελικό σενάριο διαμορφωνόταν στο μοντάζ -, αλλά με τον τρόπο που τις διηγούνταν οι ίδιες.

Η τριλογία στηρίζεται – και με τον τρόπο της εμπλουτίζει - στον κλάδο της σύγχρονης ιστορίας που ονομάζεται «βιωματική μνήμη» ή «προφορική ιστορία». Στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σ’  εξέλιξη μια λαμπρή – και καθολοκληρία άγνωστη ακόμη στο πλατύ κοινό, μ’  εξαίρεση συγκεκριμένες εκδηλώσεις – τέτοια παραγωγή. Με μαγνητοφωνημένες προφορικές συνεντεύξεις ανθρώπων, στο μεγαλύτερο μέρος τους «της (παλιάς)γειτονιάς», που «χειρίζονται» όχι μόνο ιστορικοί, αλλά και πολίτες που έχουν «εκπαιδευτεί» γι΄ αυτό από ιστορικούς στο πλαίσιο ομάδων «γειτονιάς» ή «πόλης» κατά την τελευταία δεκαπενταετία και κυρίως τα τελευταία χρόνια, με πρωτοπόρο γι’  αυτό το ρόλο της ιστορικού Τασούλας Δερβενιώτη. Με κατάληξη επίσης τη συγγραφή μάλλον λίγων, αλλά αξιοσημείωτων βιβλίων διερεύνησης της ιστορίας των νεώτερων χρόνων (π.χ. νεώτερων ιστορικών, όπως είναι ο Ιάσονας Χανδρινός, ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης κ.α.), που χρησιμοποιούν τη «βιωματική μνήμη» ως βασική αλλά όχι ως τη βασικότερη πηγή ανασύνθεσης της ιστορίας, συνδυάζοντας την με άλλες, περισσότερο «συμβατικές» πηγές. Γνώμη μου είναι ότι σε διεθνές επίπεδο – σε χώρες της Ευρώπης, για παράδειγμα, που ασχολούνται μ’  αυτό τον νεώτερο «κλάδο» ιστορίας πολύ περισσότερα χρόνια – συχνά τείνει να είναι  υπερτιμημένος.

Στην Ελλάδα, η «προφορική ιστορία» αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω των ιδιαίτερων μεταπολεμικών εξελίξεων, πριν απ’  όλα, αλλά όχι μόνο, του ανώμαλου μετεμφυλιοπολεμικού καθεστώτος που είχε ως συνέπεια:
Ακόμα και σήμερα, η εκδοχή της ιστορίας που διαδίδεται με κυρίαρχο τρόπο να είναι αυτή των «νικητών» του Εμφύλιου.
Να μη μιλούν σε πολλές οικογένειες, συχνά από φόβο για ό,τι πέρασαν οι γονείς κατά τον Εμφύλιο και μετά την ήττα, αλλά και από μια λαθεμένη αίσθηση «προστασίας» των παιδιών τους. Είναι από κάθε άποψη «παράλογο», ωστόσο αποτελεί γεγονός η ύπαρξη χιλιάδων παιδιών που έφτασαν μεγάλα στην ηλικία για να πρωτομάθουν για το ρόλο των γονιών τους, συχνά από τρίτους, κάποιες φορές μετά το θάνατο των γενητόρων τους…
Στο σχολείο δε διδάσκεται η σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η διδασκαλία ολοκληρώνεται συνήθως με το ΟΧΙ του 1940. Τα γεγονότα γύρω από το Πολυτεχνείο είναι η μόνη λίγο-πολύ γνωστή περίοδος, όχι όμως λόγω της δουλιάς μέσα στη τάξη, αλλά της σχολικής γιορτής στην επέτειο του, το υλικό για το γιορτασμό της οποίας σήμερα στα περισσότερα σχολεία επεξεργάζονται οι ίδιοι οι μαθητές.

Αυτά τα έλεγε κι η ίδια η Αλίντα σε όσες παρουσιάσεις έργων της τριλογίας της βρεθήκαμε μαζί, ερμηνεύοντας γιατί οι «πιτσιρικάδες» - αγαπημένη της ορολογία – δείχνουν τέτοιο ενδιαφέρον για την τριλογία της και έχουν πάρει στα χέρια τους την υπόθεση της «διανομής» της.

Εγώ πρόσθετα κι ένα τρίτο παράγοντα: Επειδή το 1989 και στ’  όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης», με την – εγκληματική, όσον αφορά τις συνέπειες της για την ιστορική έρευνα - απόφαση της κυβέρνησης Τζαννετάκη (ΝΔ-ΚΚΕ), κάηκαν εκατομμύρια αστυνομικοί φάκελλοι στην υψικάμινο, και όχι μόνο, της «Χαλυβουργικής». Χάθηκε έτσι ανεπιστρεπτί ένα, τεράστιο σε όγκο, υλικό πρωταρχικής ιστορικής έρευνας, που ελάχιστες χώρες κατείχαν σε μια τέτοια έκταση. Η εύλογη «υποψία» ότι οι φάκελλοι παραμένουν μέχρι σήμερα αποθηκευμένοι με κάποια μορφή – εννοώ, πέρα απ’  τους 2100 «επίσημα διασωθέντες» - αφορά μόνο τους «πρωταγωνιστές». Εδώ όμως μιλάμε για ανεπίστρεπτη καταστροφή της καταγραφής – έστω με τον τρόπο των διωκτικών μηχανισμών – γεγονότων της νεώτερης ιστορίας που αναφέρονται στη δράση εκατομμυρίων ανθρώπων: των πραγματικών «ηρώων» και «πρωταγωνιστών» της.

Γι΄ αυτό είναι τόσο εξαιρετικά σημαντική συμβολή της Αλίντας, μέσω της τριλογίας της, όχι μόνο στο κινηματογραφικό μέσο αλλά και στην ίδια την ιστορική έρευνα.
 
Για να μονταριστούν οι έξη ώρες των τριών ταινιών, γυρίστηκαν χιλιάδες ώρες «προφορικών μαρτυριών», που σήμερα με το μεγαλύτερο μέρος τους καταχωρισμένο σε απαρχαιωμένα πια τεχνολογκά μέσα, συνιστούν στο σύνολο τους ένα πολύτιμο αρχειακό υλικό: To ιστορικό κινηματογραφικό αρχείο «προφορικής μνήμης» της Αλίντας Δημητρίου.
Όλες σχεδόν οι γυναίκες που μίλησαν στο φακό της Αλίντας δέκα χρόνια πριν και από τις μαρτυρίες τους - με διαφορετικό μοντάζ –συγκροτήθηκν οι δύο πρώτες ταινίες της τριλογίας, βρίσκονταν κοντά στο τέλος της βιολογικής τους ζωής και οι περισσότερες απ’ αυτές τώρα έχουν πεθάνει. Οι ιστορίες τους διασώθηκαν από μια απώλεια εξίσου αν όχι περισσότερο ανεπίστρεπτη συγκριτικά με το κάψιμο των φακέλλων - αποκλειστικά χάρη στη δουλειά της Αλίντας
 Μέχρι στιγμής έχουν φύγει επίσης από τη ζωή πέντε από τα – αρκετά νεώτερα – «κορίτσια της βροχής», από την ομάδα της τρίτης της ταινίας.

Είναι χαρακτηριστικά τα κριτήρια με τα οποία επέλεξε τους «πρωταγωνιστές» της, και στα οποία αναφέρεται με ευθύ τρόπο στην πρώτη ταινία της τριλογίας της :
Αποκλειστικά γυναίκες, όχι άντρες αγωνιστές. Επειδή ο ρόλος των γυναικών αγωνιστριών έχει μείνει πολύ περισσότερο από ό,τι των αντρών ανεξερεύνητος.
Όχι στελέχη του κινήματος – «στα στελέχη», έλεγε σε μια συνέντευξη της, «δε θα ήξερα πως να φερθώ» -, αλλά καθημερινές γυναίκες. Απ’  αυτές που συναντούμε στο δρόμο, στο σουπερ μάρκετ, στις πλατείες, που τις προσπερνάμε και δεν τις ξέρει κανείς γιατί δε ζήτησαν ποτέ τίποτα για ό,τι έκαναν. Γυναίκες που δεν τις γράφουν τα βιβλία της ιστορίας: «Θα τις βρώ, πολλές ζουν ακόμα», επαναλαμβάνει η αφηγήτρια/ερευνήτρια, το alter ego της Αλίντας, στα «Πουλιά στο βάλτο».)
Η Αλίντα είχε ένα παράπονο απέναντι στις γυναίκες της τρίτης ταινίας, για τις δυσκολίες που της δημιουργούσαν μέχρι να καταφέρει να συγκεντρώσει, με βοήθεια από τις πρώτες και με «συστάσεις» από τη μια στην άλλη στη συνέχεια - όπως ακριβώς είχε κάνει με την ομάδα γυναικών των δύο πρώτων ταινιών της τριλογίας - τη δεύτερη, νεώτερη ηλικιακά ομάδα των «Κοριτσιών της βροχής».
Όπως μου έλεγε, δεν είχε αντιμετωπίσει καμιά δυσκολία για ν’  αρχίσουν να μιλούν οι γυναίκες των δυο πρώτων ταινιών της. Βρίσκονταν κοντά στο θάνατο και δεν ήθελαν να φύγουν έτσι από τη ζωή, χωρίς ν’  αφήσουν πίσω τους δύο λόγια: Όχι μόνο για τη δική τους ζωή, αλλά και γι’ αυτές που δεν είχαν καμιά δυνατότητα να μιλήσουν για τη ζωή τους, για τις νεκρές τους συντρόφισσες.

Κάποιες απ’  αυτές τις «άταφες νεκρές», όπως τις ονόμαζε η Αλίντα, παρελαύνουν μπροστά μας, έτσι όπως τις θυμούνται οι φιλενάδες και συντρόφισσες τους ή απλώς συγκρατούμενες τους στα «Πουλιά στο βάλτο».
Η ΕΠΟΝίτισσα Παναγιώτα Σταθοπούλου, 17 χρόνων όταν πετάχτηκε καταμεσίς στην Πανεπιστημίου στη μεγάλη διαδήλωση του ΕΑΜ ενάντια στην επέκταση της Βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία για να πάρει τη σημαία απ’  τα χέρια νεαρού που είχε μόλις χτυπηθεί από πολυβόλο Γερμανικού τανκ - κι αυτό το ίδιο τανκ πέρασε από πάνω της.
Η Επονίτισσα Ηρώ Κωνσταντοπούλου, που κταδικάστηκε για συμμετοχή σε ανατίναξη τρένου χωρίς να λυγίσει στην ανάκριση στη Γκεστάπο της Οδού Μέρλιν και οι SS την εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής παραδειγματικά με 17 σφαίρες – μια για καθένα απ’  τα 17 της χρόνια - ένα μήνα πριν την απελευθέρωση της Αθήνας.
Η Αλέκα Μιργιαλή, που ήρθε απ’  την κατεχόμενη Αθήνα για να οργανώσει τους πρώτους παιδικούς σταθμούς στα χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας στο Καρπενήσι.
Η Γεωργία Πολυγένους, 18χρονη μαθήτρια, που εκτελέστηκε τη μέρα των γενεθλίων της το 1949, λέγοντας ότι «αν είναι να πεθάνει κανείς, ας πεθάνει ωραία.»
Η 24χρονη νηπιαγωγός κι ΕΛΑΣίτισσα, σλαβομακεδόνισσα  Ειρήνη Γκίνη, που καταδικάστηκε από Έκτακτο Στρατοδικείο κι εκτελέστηκε από τον Εθνικό Στρατό ακριβώς 70 χρόνια πριν, τον Ιούλιο του 1946 – η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε από το ελληνικό κράτος στη νεώτερη ελληνική ιστορία.
ΟΙ 17 εκτελεσμένες γυναίκες των Φυλακών Αβέρωφ.
Η Σταθούλα Λεβέντη, νεαρή εργάτρια, η πρώτη που πριν επιβιβαστεί στο καμιόνι για εκτέλεση αποχαιρέτισε τις συντρόφισσες της και τη ζωή τραγουδώντας και χορεύοντας γύρω απ’  το φοίνικα στο προαύλειο των Γυναικείων Φυλακών Αβέρωφ το «Έχε γεια, καϋμένε κόσμε» - εγκαινιάζοντας το χορό των μελλοθανάτων γυναικών γύρω απ’  το μοναδικό δέντρο της φυλακής.
Η νεαρή καθηγήτρια Ισμήνη Σιδηροπούλου, που εκτελέστηκε το 1948 και μέχρι τότε έκανε μαθηματικά στις νεώτερες κρατούμενες κι έγραψε όντας καταδικασμένη σε θάνατο: «Τα Μαθηματικά τ’ αγάπησα πολύ κι είχα τον πόθο να προκόψω σε κανέναν κλάδο εφαρμοσμένων Μαθηματικών, όπως τ’ αναλογιστικά, που έχουν σχέση με την κοινωνική ασφάλιση. Ήθελα να βοηθήσω με τα Μαθηματικά μου τον φτωχό εργαζόμενο κι ασφαλισμένο κόσμο. Πού ξέρεις! Ίσως καμιά από τις μαθήτριές μου ακολουθήσει το δρόμο μου!»
 Η Λέλα Καραγιάννη, που ίδρυσε την οργάνωση «Μπουμπουλίνα» για να εξασφαλίζει τη δραπέτευση Βρετανών στρατιωτικών στο Κάιρο, πιάστηκε μαζί με τα πέντε από τα εφτά παιδιά της κι εκτελέστηκε στο Στρατόπεδο Χαίδαρίου ένα μήνα πριν την απελευθέρωση.
 Η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τη βόμβα που είχε συναρμολογηθεί σπίτι της, με την οποία η ΠΕΑΝ  ανατίναξε το 1942 τα γραφεία της φιλοναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ – που επιχειρούσε να συγκροτήσει την «Ελληνική Λεγεώνα» για να πολεμήσει στο μέτωπο στο πλευρό της Βέρμαχτ – κι εκτελέστηκε με πέλεκυ στη Γερμανία σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Απέναντι σε αυτές και άλλες «άταφες νεκρές» και βέβαια στις εκατοντάδες χιλιάδες γυνακών που αγωνίστηκαν εκείνη την περίοδο, θεωρούσε ότι είχε η Αλίντα την πρώτη της οφειλή. Γι’  αυτό, όσο υπήρχε στο σκοτάδι ή στο μισοσκόταδο ένας τέτοιος γυναικείος κόσμος κι οι γυναίκες του έφευγαν καθημερινά, την Αλίντα δεν την ενδιέφερε να διερευνήσει τα «λάθη της ηγεσίας».

Σς αντίθεση μ’ αυτή, την πρηγούμενη από μας γενιά γυναικών, τη γενιά των μανάδων μας που λαχταρούσαν να μιλήσουν πριν φύγουν, «εσείς μου βγάλατε το λάδι», μου έλεγε, προκειμένου να διαμορφωθεί η ομάδα της τρίτης ταινίας. «Εσείς ήσασταν δύσκολες, γιατί ήσασταν οι περισσότερες διανοούμενες, τότε ήσασταν φοιτήτριες.»

Παρακολουθώντας την ταινία μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια είναι εντυπωσιακό πως εκμαιεύει, με αγάπη, αλλά και ατσάλινη επιμονή, η Αλίντα απ’  τις γυναίκες της όχι μόνο την προσωπική τους ιστορία, αλλά τον ευρύτερο ιστορικό καμβά. Στην ταινιά οι γυναίκες αναφέρονται, η καθεμιά απ’  την προσωπική τους σκοπιά, πρακτικά στα πάντα.

Στις Οργανώσεις: ΕΑΜ, Εθνική Αλληλεγγύη, Ελεύθερη Νέα, ΕΠΟΝ, ΕΛΑΣ.

Στα μέσα πάλης: Οι σύνδεσμοί, τα χωνιά, οι προκηρύξεις, τα συνθήματα τις νύχτες, οι διαδηλώσεις στο φως της μέρας, τα σαμποτάζ, ο ένοπλος αγώνας.

Στην ταυτότητα της πάλης:
Στην πόλη και στο χωριό, στο κέντρο και στις γειτονιές της Αθήνας, στο βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα, στην Κυβέρνηση του βουνού.
Οι επονίτικες διμοιρίες γυναικών, η στρατιωτική εκπαίδευση των γυναικών απ’ τους μόνιμους αξιωματικούς του τακτικού στρατού που έίχαν γίνει αξιωμαατικοί του ΕΛΑΣ.
Οι θεσμοί στην ελεύθερη Ελλάδα
Οι διαπροσωπικές σχέσεις (αλλά – σε πείσμα της καθολικής απαγόρευσης ερωτικών σχέσων όσο διαρκούσε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας - και ένας γάμος που γιορτάστηκε στο βουνό: Ναυσικά Φλέγκα - μια από τις γυναίκες στην ταινία - και Καπετάν Λευτέρης.)
Το Εγώ και το Εμείς
«Τραγοδούσαμε και πολεμούσαμε.» Η μουσική και το τραγούδι στην υπηρεσία γιγαντώματος της Αντίστασης.

Στα μεγάλα συλλαλητήρια στην Αθήνα.

Στους δωσίλογους: Οι συνεργάτες. Οι «ταγματαλήτες» των Ταγμάτων Ασφαλείας. Οι Έλληνες SS. Η Οργάνωση Χ. Οι μαυραγορίτες και το δίκτυο των καμπαρέ και του τζόγου.

Οι τόποι μαρτυρίων: Η ΕιδικήΑσφάλεια. Η οδός Μέρλιν (GESTAPO). To Xαϊδάρι. Το Ράβεσμπρουκ στη Βόρεια Γερμανία.

Τα βασανιστήρια.

Τα μπλόκα. Οι εκτελέσεις των Γερμανών. Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Το Άλσος Χαϊδαρίου. Οι όμηροι.
                      
Η Απελευθέρωση. Ο Δεκέμβρης και η Βάρκιζα. Οι δίκες και οι εκτελέσεις του Εμφύλιου. Οι διωγμοί στην ύπαιθρο. Ο ΔΣΕ. Περισσότερα για την τελευταία περίοδο και για τους τόπους εξορίας και μαρτυρίου των γυναικών – πάντα με βάση τις μαρτυρίες της ίδιας ομάδας γυναικών - υπάρχουν στη δεύτερη ταινία, τη «Ζωή στους βράχους».

Τέλος, μια συγκεκριμένη αισθητική και ταυτόχρονα πολιτική-αξιακή προσέγγιση που αφορά και στις τρεις ταινίες, εγκαινιάζεται με τα «Πουλιά στο βάλτο». Δεν αναγράφονται τα ονόματα στα πλάνα των γυναικών που μιλούν. Τα ονόματα εμφανίζονται μόνο στους τίτλους τέλους, μια στήλη ονομάτων με το ένα κάτω απ’  το άλλο χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, χωρίς ταύτιση με τις μορφές των γυναικών που μιλούν.

Την Αλίντα δεν την ενδιέφερε – και θεωρούσε ότι δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει και το θεατή – ΠΟΙΟΣ λέει τι αλλά μόνο ΤΙ λέει.  Έτσι στις ταινίες της τριλογίας της Αλίντας Δημητρίου πραγματοποιείται η υπέρβαση της ατομικής μνήμης και η μετατροπή της  σε συλλογική, σε πρώτη ύλη για την καταγραφή κι ερμηνεία της ιστορίας.

Ανάλογα έλυσε και το πρόβλημα της διανομής των ταινιών της: Εκτός εμπορικού κυκλώματος. Μέσα  από πανελλαδικά δίκτυα διανομής αντιγραμμένων DVD για την προβολή τους χωρίς εισιτήριο σε στέκια κάθε είδους συλλογικοτήτων. Στέκια και προβολές από και για «πιτσιρικάδες», πριν απ’  όλα,  που έρχονταν σ’  επαφή μαζί της απ’  όλη την Ελλάδα και το Εξωτερικό. Μετά το θάνατο της το ρόλο του εφοδιαστή με τ’  αντιγραμμένα DVD συνέχισε ο Σωτήρης, πάντα σύμφωνα με την αντίληψη της Αλίντας: 
Η Αντίσταση του Ελληνικού λαού ανήκει σε όλους και δεν πρέπει ν’  αποκλείεται κανένας για οποιουσδήποτε λόγους από τη γνώση γι’  αυτήν κι απ’  τις διαδικασίες διερεύνησης της. Όπως είπε απαντώντας σε ερώτηση του κριτικού της «Αυγής» η Αλίντα για το τι παίρνει η ίδια μέσα απ’  αυτή τη διαδικασία: «Παίρνω, επειδή ξέρω ότι δίνω.»

Όπως δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω, με την τριλογία της που άνοιξε με «Τα πουλιά στο βάλτο», η Αλίντα Δημητρίου μας κληροδότησε μια νίκη: Συλλογικής ιστορικής μνήμης για το δημόσιο παρελθόν των καιρών μας κόντρα στη λήθη, μοίρα χειρότερη από τον θάνατο.




Θάνατος του Σωτήρη Δημητρίου - Προβολή της ταινίας Πουλιά στο βάλτο Θάνατος του Σωτήρη Δημητρίου - Προβολή της ταινίας Πουλιά στο βάλτο Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 1:56:00 π.μ. Rating: 5