Μικρό requiem για τον Αντώνη Κακαρά, 2.10.2016



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Την Παρασκευή 2/10/2016 στο Polis Art Café έγινε  εκδήλωση μνήμης και τιμής  για τον Αρχιπλοίαρχο ε.α., ιδρυτικό μέλος  του Συλλόγου  Φυλακισμένων και Εξορισθέντων ’67-’74, Αντώνη Κακαρά, που «έφυγε» ξαφνικά στις  7/8/2016.

Μεταξύ όσων μίλησαν ήταν και η Νάντια Βαλαβάνη.


Ακολουθεί η παρέμβασή της.


                                                                                          Αθήνα, 4.10.2016

Βρίσκω όχι μόνο εξαιρετικά τιμητικό αλλά και εξαιρετικά δύσκολο να επιχειρήσω μια σύντομη επιτομή της ζωής του Αντώνη Κακαρα, όπως μου ζήτησε πριν λίγες μέρες η Βάλια. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για  μια πραγματικά πολυσύνθετη ζωή, αλλά και επειδή την έζησε σε πολλά επίπεδα, άλλα πιο φανερά κι άλλα περισσότερο κρυμμένα. 




 

Πριν απ’  όλα αλλά όχι μόνο, βέβαια, επειδή ο Αντώνης υπήρξε μια περίπλοκη προσωπικότητα. Όχι τυχαία ήταν, για παράδειγμα, ένας απ’  τους ελάχιστους ανθρώπους για τους οποίους απ’  την περίοδο της δικτατορίας κυκλοφορούσε ένας επίμονος «αστικός μύθος»: Ότι πέρασε ναυτοδικείο και τον  απέταξαν και τον έστειλαν φυλακή σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης επειδή, διαφωνώντας έντονα για τη φύση της δικτατορίας ενώ έπαιζε τάβλι με ανώτερο του στο καρέ των αξιωματικών στο αντιτορπιλικό «Βέλος», πέρασε το τάβλι «κολάρο» στον ανώτερο του αξιωματικό. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το είχε περάσει «κολάρο» στο λαιμό του παρακείμενου, στο χώρο, «πουλιού» της χούντας. Αυτό και άλλα, λιγότερο εντυπωσιακά, αλλά παρεμφερούς χαρακτήρα περιστατικά κατά τη δικτατορία, τον έκαναν ιδρυτικό μέλος του ΣΦΕΑ ’67-74.

Υπήρξε  επίσης – κι αυτό όχι τυχαία - ο πλέον πρωτοπόρος απ’  τους ερευνητές της στρατιωτικής ιστορίας, χαρίζοντας στο σώμα των ελλήνων στρατιωτικών, στους ιστορικούς και στο λαό μας  ένα εξαιρετικό βιβλίο για το πολεμικό ναυτικό κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και, στη συνέχεια, το σημαντικότερο έργο αναφοράς για τους στρατιωτικούς στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, το τρίτομο «Οι Έλληνες στρατιωτικοί: Αξιωματικοί και υπαξιωματικοί στη μεταπολεμική Ελλάδα», που του χάρισε ένα PhD στα εξήντα του.

Αυτά μπορούσαμε να τα περιμένουμε απ’  αυτόν όσοι τον ξέραμε λίγο παραπάνω από τα τυπικά. Το πιο εκπληκτικό για μένα, ωστόσο, ήταν ότι: Ο κομμουνιστής, αντισυμβατικός φίλος και σύντροφος, πριν απ’  όλα άνθρωπος της δράσης Αντώνης Κακαράς, κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, λες και προαισθανόταν το πρόωρο τέλος του, αποδύθηκε σε μια γιγάντια προσπάθεια και πρόλαβε να δημιουργήσει ένα ολόκληρο αινιγματικό, αναφορικό και αυτοαναφορικό αφηγηματικό σύμπαν χιλιάδων σελίδων, στο οποίο οι μνήμες της πραγματικότητας μπερδεύονται αξεδιάλυτα με τη μυθοπλασία. Με το ανεπανάληπτο προσωπικό στυλ προφορικού λόγου του - ολόκληρες σελίδες κάποιες φορές χωρίς σημεία στίξης - εκδίδοντας σχεδόν ένα βιβλίο το χρόνο στις εκδόσεις Παπαζήση και, στα ενδιάμεσα, κάθε είδους «αφηγήματα» στην εξαιρετική ιστοσελίδα του που εξακολουθεί να διαπλέει, ακυβέρνητη πλέον, το διαδίκτυο.

Με τον Αντώνη γνωριζόμασταν περισσότερο από 40 χρόνια - μια σχέση που ο αποχωρισμός μου από το κάποτε κοινό μας και πάντα δικό του κόμμα, το ΚΚΕ, δεν αδυνάτισε. Ήταν ωστόσο κυρίως αυτό το τελευταίο συγκλονιστικό κομμάτι της προσφοράς του, που έκανε τη σχέση μας να βαθαίνει χρόνο με το χρόνο: Μου έκανε την πραγματικά μεγάλη για μένα τιμή, να με θεωρεί  όχι μόνο «σύντροφο εν όπλοις», αλλά κατά την τελευταία δεκαετία να μου ζητά να  συμμετέχω στην αποκωδικοποίηση αυτού του αφηγηματικού σύμπαντος.

Έτσι, προκειμένου να παρουσιάσω σταδιακά τα τέσσερα από τα πρώτα πέντε «αφηγηματικά» του βιβλία, ξεκινώντας από τα πρώτα τρία, που συναπαρτίζουν και την κατά βάση αυτοβιογραφική τριλογία του, διάβασα χιλιάδες δικές του σελίδες κι έγραψα πολλές δεκάδες δικές μου για το έργο του: Από το εναρκτήριο κιόλας και σημαντικότερο βιβλίο της τριλογίας του, το «Όξω απ’  τ’ αμπέλια ρεεεε!», που σε ένα πρώτο επίπεδο – γιατί τα λογοτεχνικά σχήματα του Αντώνη Κακαρά επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις - δεν είναι παρά το παρωνύμι που του απένειμαν πρωτοετή για ν΄ «ακούει» στα οργανωμένα καψώνια οι μεγαλύτεροι συμφοιτητές του στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων αρχές της δεκαετίας του ‘60, το αινιγματικό σύμπαν που δημιούργησε αρχικά η πένα του και στη συνέχεια ο υπολογιστής του με κέρδισε ανεπανόρθωτα.

Γι’  αυτό και μου είναι δύσκολο να σας μιλήσω για το «δικό μου»  Αντώνη Κακαρά αποχαιρετώντας τον, χωρίς κάποια από τα λόγια που έχω ήδη χρησιμοποιήσει γι΄ αυτόν στη μια ή άλλη βιβλιοπαρουσίαση του.

Όπως σε εκείνη τη δεύτερη στη Στοά του Βιβλίου, στις 10 Γενάρη 2010, που στο ιστολόγιο του είναι αναρτημένη με το τίτλο «Αλιώρι και Off Shore (Βιβλιοπαρουσίαση Βαλαβάνη ….ποταμός)» και στην οποία εξηγώ έναν βασικό απ’  τους λόγους που χαιρόμουν όταν μου ζητούσε να παρουσιάσω ένα βιβλίο του: «Θα το θεωρούσα τιμή μου, ακόμα κι αν δεν ήξερα προσωπικά τον Αντώνη και τη στάση ζωής του, αν είχα μια τέτοια πρόσκληση και από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα που δε θα δίσταζε να αυτοσυστηθεί στο κοινό του με λόγια όπως: “Δοκιμάστηκε με αμφίβολα αποτελέσματα ως αξιωματικός του ναυτικού επί 28 χρόνια (ενάμισι απ’  αυτά στη φυλακή επί δικτατορίας και δύο ακόμα απ’  αυτά περιδιαβάζοντας περίλυπος, καθότι απότακτος). Στη συνέχεια και επί μία περιπετειώδη δεκαετία σταδιοδρόμησε ασυγκράτητος – και με εκπληκτική αποτυχία – ως μεγαλοστέλεχος ναυτιλιακής εταιρίας. Διαθέτοντας επομένως σαδομαζοχιστικές τάσεις… έγινε Διδάκτορας των Πολιτικών Επιστημών στα εξήντα του και περνάει τον καιρό του διδάσκοντας σε πανεπιστημιακή σχολή στη Χίο, γράφοντας εργασίες και βιβλία  και χρησιμοποιούμενος ως ομιλητής δεξιά και αριστερά.” Ή που δε θα δίσταζε επίσης να ευχαριστήσει (γραπτά) θερμά τη γυναίκα του, επειδή δεχόταν να της διαβάζει δυνατά ό,τι έγραφε – αν και με ανταλλάγματα, όπως να της κουβαλά τη σιδερώστρα  από δωμάτιο σε δωμάτιο – και επειδή υπήρξε καλή ακροάτρια των γραπτών του: Ακούγοντας τον ενώ έλυνε το σταυρόλεξο ή το sudoku της, αργά ή γρήγορα την έπαιρνε ο ύπνος. Ομολογώ ωστόσο ότι μέχρι στιγμής δεν είχα την τύχη να συναντήσω κάποιον άλλο συγγραφέα που να ανταποκρίνεται σε μια τέτοια περιγραφή.»

Γιατί ο Αντώνης ήταν από τους αντισυμβατικότερους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου, μ’  ένα μοναδικά «ελευθεριακό» θα έλεγες τρόπο: Παραμερίζοντας τις κάθε είδους κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις, γράφοντας την αλήθεια με τον ίδιο άδολο τρόπο που αναφέρονται σ’  αυτήν τα μικρά παιδιά, στον αντίποδα κάθε είδους «χροιάς» δημοσίων σχέσεων, γι’  ανθρώπους συχνά ζωντανούς, που θα μπορούσαν να πληγωθούν και με τη σειρά τους να πληγώσουν. Την έγραφε όμως με τρόπο που ελάχιστοι να μπορούν να καταλάβουν ποιοι κρύβονται πίσω απ’ τη σάγκα των χαρακτήρων του – και, με τόση αγάπη για τους περισσότερους απ’  αυτούς, που μαντεύω ότι θα ‘ταν δύσκολο να του το «κρατούν». Κι αυτή τη μοναδική, παιδιάστικη ειλικρίνεια τη συνόδευε αδιαχώριστα, όπως φαίνεται κι από το παραπάνω απόσπασμα, με τον πιο ανηλεή αυτοσαρκασμό στα αυτοαναφορικά του κείμενα. Αυτά όλα βέβαια απαιτούσαν εξοικείωση με το γράψιμο του αλλά και με τους ανθρώπους και τους χώρους αναφοράς του, καθώς μιλούσε για τον εαυτό του συνήθως σε τρίτο πρόσωπο και κάνοντας χρήση διαφόρων ψευδώνυμων-alter ego του, το πιο αγαπημένο απ’  τα οποία ήταν το «Γρίβας Καραβάς». - Συνδυάζοντας την ιδιότητα του ναυτικού με τη γέννηση του στη Γραβιά Φωκίδας, όντας κοντοχωριανός του δικού μου συντρόφου, που καταλάβαινε γι’  αυτό πολύ ευκολότερα από μένα ποια ήταν κάποια τουλάχιστον από τα δεκάδες πρόσωπα της περιοχής, ζωντανά ή νεκρά, στις περίεργες ιστορίες του Αντώνη -.

Το ζωντανό Αντώνη Κακαρά, ωστόσο, ένα σύνθετο, πολύπλοκο άνθρωπο που αν έγραφε με κώδικες, είχε βάσιμους λόγους να το κάνει, κανείς δε θα περιέγραφε όπως περιγράφει ο ίδιος τον γρίβα Καραβά.

Αυτό προσπάθησα να εξηγήσω από την πρώτη κιόλας βιβλιοπαρουσίαση, το 2008: «Ο αναγνώστης του “Όξω απ’  τ’ αμπέλια ρεεε!” όχι μόνο δεν ενοχλείται, αλλά γνωρίζει τη σπάνια ευχαρίστηση σε μια εποχή που η εικόνα εξοστρακίζει τη σκέψη και η πραγματικότητα μετατρέπεται σε εικονική, να περιδιαβαίνει συντροφιά με το συγγραφέα μπρος-πίσω μέσα στο χρόνο σ’  έναν κόσμο πραγματικό, σ΄ έναν κόσμο που σε κρατάει σε κατάσταση εγρήγορσης, όχι σ΄ κόσμο-καταφύγιο από την πραγματικότητα, όχι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν που σε απορροφάει και σε παρηγορεί και συναντιέται μόνο στα όνειρα.  Κι επειδή ακριβώς ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένας κόσμος πραγματικός στην ιστορικότητα και στο παρόν του, με όλη του τη βιαιότητα και τη μεγαλοσύνη, τη δόση βλακείας και διάνοιας, δειλίας και γενναιότητας, μεταφυσικής και ορθολογισμού  που χαρακτηρίζει μόνο την πραγματική ζωή, γι΄ αυτό κι είναι ένας κόσμος που βοηθά τελικά όχι μόνο το συγγραφέα αλλά και τον αναγνώστη του να ονειρεύεται. Όχι με τα όνειρα που κοιμίζουν, αλλά μ’  αυτά που σε κρατούν ξύπνιο, που συλλαμβάνουν και αντανακλούν πρώτα σ΄ ένα φαντασιακό πεδίο τις αλλαγές που είναι απολύτως αναγκαίες αλλά φαίνονται αδύνατες στο πεδίο της πραγματικότητας, που αν πρώτα δεν τις ονειρευτείς,  δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθείς να παλεύεις γι΄ αυτές στην πραγματική ζωή. Ο Αντώνης Κακαράς, που μια ζωή τρωγόταν με τα ρούχα του ακριβώς γιατί έκανε τέτοια όνειρα, που χάρη σ’  αυτά αντί να καταβροχθίζει τις βαθμίδες της καριέρας του ως αξιωματικός βρέθηκε μ’  ένα φάκελο “δυσμενείς κρίσεις ανωτέρων» και στη φυλακή και βέβαια 60χρονος με διδακτορικό, κάνει και τον αναγνώστη του να τρώγεται με τα ρούχα του. Γι΄ αυτό και το παρόν βιβλίο είναι ενοχλητικό: Για τις κοινωνικές δομές που από αρχαιοτάτων χρόνων, απ’  την περίοδο αποφθεγμάτων τύπου “το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον”, μέχρι σήμερα θέλουν ανθρώπους παραιτημένους, συμβιβασμένους με ό,τι εμφανίζεται ως “μοίρα” τους.»

Ή, όπως έγραψα το 2012 στη βιβλιοπαρουσίαση των «Φρουρών της Συκαμινιάς»: «Ο Α.Κ. με την τριλογία του και με τα δύο βιβλία σύντομων αφηγημάτων που την ακολούθησαν, οικοδομεί ένα σεντούκι συλλογικής μνήμης, παλιότερης αλλά και σύγχρονης. Με πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ανθρώπων και στόχων επιχειρεί κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε με την τριλογία “στρατευμένων ντοκιμαντέρ» της αποκλειστικά για τη γυναίκα στην Αντίσταση – στην ανάκριση, στην εξορία και στις φυλακές – στην πάροδο του 20ου αιώνα η Αλίντα Δημητρίου. Ο Κακαράς συνδυάζει όμως γι΄ αυτό την ιστοριογραφία με τη μυθιστορία. Πρόκειται για ένα πολύτιμο σεντούκι, ακόμα κι αν τα γραπτά του Κακαρά απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και κόπο από μεριάς του αναγνώστη για την αποκωδικοποίηση τους. Αυτό όμως συνδέει τον ίδιο τον αναγνώστη με πολύ πιο άμεσο τρόπο με τα ίδια τα κείμενα. Και ταυτόχρονα ανοίγει παράθυρα συνάντησης της ζωής με την ιστορία και την τέχνη… Τελικά ίσως είναι ακόμα καλύτερα που δεν ξέρουμε σε ποιους πραγματικούς ανθρώπους αντιστοιχεί τι απ΄ όσα γράφει ο Κακαράς. Έτσι αυτό που μένει είναι αυτό που κυρίως μετρά αφού οι άνθρωποι φεύγουν: Όχι τόσο οι ίδιοι αλλά οι καταστάσεις που δημιούργησαν, τα σημάδια που άφησε η ζωή τους, τ’ αποτελέσματα από τις πράξεις τους

Ο Αντώνης αγαπούσε με πάθος τη ζωή και τους λαϊκούς ανθρώπους, τους τσαγκάρηδες, τους οικοδόμους, τους ψαράδες, τους μικροκληρούχους αγρότες, ιδιαίτερα αυτούς της Φωκίδας των παιδικών του χρόνων και της Νικαριάς των ενηλίκων - κι είχε πολλούς τέτοιους και άλλους σύντροφους και φίλους, που οι ιστορίες που είχαν να του πουν, τροφοδοτούσαν σταθερά το αφηγηματικό του σύμπαν. Πιστεύω όμως – κι αυτό μπορεί να το διαπιστώσει όποιος έχει διαβάσει έστω ένα βιβλίο του - ότι κανέναν του δικού του φύλου δεν παραδέχτηκε και δεν αγάπησε τόσο όσο τις γυναίκες. Τα βιβλία του είναι ένας ύμνος στη γυναίκα όλων των ιστορικών περιόδων, μορφωτικών επιπέδων και ηλικιών, απ’  τα νεαρά κορίτσια μέχρι τις ώριμες γυναίκες στην Αθήνα και λιγότερο συχνά στη Σαλονίκη, και βέβαια τις γριές στη Φωκίδα και στην αγαπημένη, δεύτερη πατρίδα δικιά του και πρώτη της γυναίκας του, τη Νικαριά. Είναι χαρακτηριστικό πως στην τελευταία μεταξύ μας συζήτηση, στον «καφέ της παρηγοριάς» στην κηδεία μιας φίλης του, που έφυγε επίσης αιφνιδιαστικά και πρόωρα αυτό τον Ιούνη, της Μαργαρίτας Λαμπράκη-Παπαπέτρου, για μια περίοδο προϊσταμένης στο Κέντρο Ερευνών του Πολεμικού Ναυτικού, αφού μου εξήγησε πόσο αποτελεσματικά κατάφερνε να τα βγάζει πέρα σ’  ένα ανδροκρατούμενο σύμπαν, συνόψισε τη ζωή της με τη φράση: «Ήταν μια πραγματική γυναίκα!»

Ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που παρουσιάζει τη σύντροφο της ζωής του, πανταχού παρούσα αν κι αυτή επίσης συχνά «κρυπτόμενη», σε όλα τα βιβλία του. Κι ενώ στις άμεσες αναφορές του στο έργο του εμφανίζεται συχνά ως «τύραννος» κι «εξουσιαστής», και μάλιστα όχι πάντα «γλυκός», μια αποστροφή του λόγου εδώ, μια παρατήρηση που φαίνεται να του «ξεφεύγει» εκεί, και καταλαβαίνεις: Πίσω απ’  την αγάπη του γι’  αυτό το ατέλειωτο πάνθεο γυναικών στα έργα του, βρίσκεται ένας και μοναδικός έρωτας, που κράτησε περισσότερο από μισό αιώνα: Για μια γυναίκα που εμφανίζεται με διάφορα ονόματα σε διαφορετικά μέρη κι εποχές. Για το κορίτσι ανάμεσα στο πάνθεο γυναικών της Ικαρίας, που στους «Φρουρούς της Συκαμινιάς» αποκαλεί με το κωδικό όνομα «Μενεμένη» ενώ αναφέρεται στην παχιά πλεξούδα της που τον τρέλανε και τον τρελαίνει ακόμα. Και μόνο χάρη στο τυχαίο εύρημα μιας φωτογραφίας τέλους δεκαετίας ’50 - με τη χορωδία εφήβων  του Συλλόγου Συγγενών Πολιτικών Κρατουμένων να τραγουδά  σε μια ακόμα Χριστουγεννιάτικη γιορτή χωρίς γονείς -, μια φωτογραφία που μου άφησε σπίτι για άσχετους λόγους τον Απρίλη του 2012 ο νεαρός ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός,  κατάλαβα ξαφνικά, λίγες μέρες αργότερα κι ενώ έγραφα την τελευταία βιβλιοπαρουσίαση που έκανα για έργο του, ότι η «Μενεμένη» είναι η Βάλια!

Όχι μόνο τα βιβλία του αλλά κι οι ίδιες οι παρουσιάσεις τους κάθε άλλο παρά ήταν συμβατικές: Είχαν πάντα στοιχεία του απρόβλεπτου. Για παράδειγμα, όταν το 2008 παρουσιάσαμε σε μια κατάμεστη Στοά του Βιβλίου το «Όξω απ’  τ’ αμπέλια ρεεεε!», ένας απ’  τους «συμπαρουσιαστές», ο πρώην Α/ΓΕΝ ναύαρχος Α. Αντωνιάδης, συμφοιτητής του στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και αντισυμβατικός κι αυτός ο ίδιος, ανάφερε ατάραχος ότι προδικτατορικά εισάγονταν  κάθε χρόνο στη Σχολή, φαινομενικά με εξετάσεις, 14 σπουδαστές, απ’  τους οποίους οι 10-11 χαριστικά ως παιδιά ναυάρχων κ.α. ανώτερων αξιωματικών, και οι 3-4 με το σπαθί τους, φτωχόπαιδα από χωριό που το καθένα έπρεπε να ανταγωνιστεί  ένα μεγάλο πλήθος όμοιων του γι΄ αυτές τις ελάχιστες θέσεις πραγματικής «αριστείας». Δήλωσε επίσης εξίσου ατάραχα ότι ο ίδιος ανήκε στην πρώτη κατηγορία εισαγομένων, ενώ ο Αντώνης Κακαράς στη δεύτερη! Στην ίδια παρουσίαση μάθαμε επίσης πως τα «υλικά» - έγγραφα εμπιστευτικά, απόρρητα διαφόρων διαβαθμίσεων, των οποίων έκανε χρήση για να γράψει τα τέσσερα ιστορικά του βιβλία - τα «απαλλοτρίωνε» συστηματικά, ξεκινώντας από τις υπηρεσίες και τα καράβια που υπηρέτησε, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του ‘80, που υπηρέτησε σε σημαντικές θέσεις μέχρι να τον αποτάξει οριστικά, αυτή τη δεύτερη φορά, μόλις 45χρονο, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη. Κι ότι λίγα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των τεσσάρων τόμων, υπό τις απειλές της γυναίκας του που είχε απαυδήσει με το χαρτομάνι κι απειλούσε να τον πετάξει κι αυτόν και τα χαρτιά έξω απ’  το σπίτι, τα παρέδωσε όλα, μια πραγματικά εντυπωσιακή σειρά χαρτόκουτες, στο Μουσείο Μπενάκη, του οποίου συναπαρτίζουν πλέον μέρος του Ιστορικού  του Αρχείου: Εξ ου και στους «συμπαρουσιαστές» μου συγκαταλεγόταν επίσης ο τότε Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου, Αλέκος Ζάννας! Ας σκεφτούμε μόνο πού θα βρίσκονταν σήμερα έστω κι αυτό το περιορισμένο τμήμα ντοκουμέντων-πηγών για μια κρίσιμη περίοδο ζωντανής ακόμα, σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: Καμένα στην υψικάμινο της Χαλυβουργικής το 1989 ή βαθιά «θαμμένα» μέχρι σήμερα, όπως είναι ο βασικός κορμός απ’  τον οποίο αποσπάστηκαν - αν ο Αντώνης υπάκουε στους κανόνες διαχείρισης «απορρήτων» εγγράφων…   

Κι ο ίδιος ο Αντώνης Κακαράς στη μια απ’  τις δυο τελευταίες συναντήσεις μας αυτό τον Ιούνιο - στη ΓΣ του ΣΦΕΑ ’67-΄74, όπου αντί να ψηφίσουμε στο κλείσιμο της, βρεθήκαμε «σκαστοί» να πίνουμε καφέ στην παραδίπλα καφετέρια -, μου θύμισε με νόημα ότι στη «διπλή» βιβλιοπαρουσίαση μας του 2010, με αντικείμενο τα βιβλία του «Offshore αγάπη μου» και «Αλιώρι», όταν πήρε ο ίδιος ως συγγραφέας στο τέλος το λόγο είχε «καταγγείλει» ως παντελώς αβάσιμο ένα σημείο της τοποθέτησης μου, που όμως έβγαινε αβίαστα μέσα από το γραπτό του κείμενο – το παρακάτω:

«Από το τρίτο βιβλίο κρατώ ιδιαίτερα τη νοσταλγική, κρυπτογραφική αναφορά του συγγραφέα στην “παράνομη” οργανωτική και πολιτική δραστηριότητα των κομμουνιστικών πυρήνων στα στρατιωτικά σώματα, κι ιδιαίτερα στο ναυτικό, ανάμεσα στους μόνιμους αξιωματικούς κατά την περίοδο των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων – μια δράση που είχε τις ρίζες της στη ριζοσπαστικοποίηση που προκάλεσαν τα κινήματα του ναυτικού αλλά και το γενικότερο αντιδικτατορικό κίνημα των τελευταίων χρόνων. Πρόκειται για την πρώτη δημόσια, αν δεν κάνω λάθος, αναφοράΜένει, όσο είναι ακόμα καιρός, να καταγραφεί η ιστορία της, έστω κι αν δε μπορεί ακόμα να δημοσιοποιηθεί. Και γιατί να μην αποτελέσει αυτή η καταγραφή έναν  καινούργιο τομέα δραστηριότητας για τον συγγραφέα;»

Μετά τη δημόσια «αποκήρυξη» της τοποθέτησης μου, βέβαια, είχαν παρελάσει με το τέλος της βιβλιοπαρουσίασης αρκετοί απόστρατοι μ’  ένα γελάκι για να μου ψιθυρίσουν λίγα πονηρά λόγια στο αυτί. Στην κουβέντα μας έξι χρόνια αργότερα, αυτό τον Ιούνη, ο Αντώνης μου είπε υποτιμητικά: «Και σε νόμιζα έξυπνο άνθρωπο!» Και αναφέρθηκε - πάντα εξαιρετικά κρυπτικά - στον πατέρα της Βάλιας, στρατηγό του τακτικού στρατού και του ΕΛΑΣ, για μια περίοδο μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, τον εξαιρετικό Στέφανο Παπαγιάννη, που το 1996, μαθαίνοντας καθυστερημένα το θάνατο του, είχα γράψει γι’  αυτόν ένα από τα τελευταία μου ποιήματα, με τίτλο «Απώλειες» (βρίσκεται στην ποιητική συλλογή μου του 2009 «Η μεγάλη εποχή»). Και υποσχέθηκε να μου πει περισσότερα για το επίμαχο θέμα το Σεπτέμβρη, που μου έκλεισε ραντεβού για να συζητήσουμε για το «τελευταίο βιβλίο» του, που ήθελε να παρουσιάσω και πάλι, μετά από ένα διάλειμμα τεσσάρων χρόνων.

Ο Αντώνης έφυγε απροσδόκητα τον Αύγουστο, ξεσκίζοντας τις καρδιές μας. Τώρα κανείς δεν πρόκειται πλέον να γράψει και γι’  αυτό το θέμα με την αμεσότητα του σκεπτόμενου ανθρώπου της δράσης. Δεν πρόκειται να ισχύσει, άρα, για  αυτή τη δική μας περίπτωση, ο στίχος του Μπρεχτ από το «Εγκώμιο στην παράνομη δουλειά»:

       Βγείτε μπροστά
      
       Για μια μικρή ματιά
      
       Άγνωστα, καλυμμένα πρόσωπα
      
       Και δεχτείτε την ευγνωμοσύνη μας.

Ας είμαστε ευγνώμονες που σε μια τόσο δύσκολη εποχή σαν τη δική μας ο Αντώνης κατάφερε να γράψει, με το μοναδικό του αμίμητο στιλ, το έπος των «ασυμπίεστων», που όπως εξηγούσα στην τελευταία βιβλιοπαρουσίαση του 2012, «στην ορολογία της σάγκας του Αντώνη Κακαρά είναι οι κομμουνιστές που δεν “έσπασαν” ούτε κάτω απ’  τα βασανιστήρια ούτε κάτω απ’  την ανελέητη πίεση της ζωής. Απόηχος αυτής της στάσης εκείνης της γενιάς είναι η αφιέρωση-ευχή, πολύτιμη στις μέρες μας, του A.K. στους “Φρουρούς της Συκαμινιάς” (μια άμεση αναφορά στα παιδιά του και προπαντός στα εγγόνια του): “Στα πλάσματα που ‘ρχονται και στα γονικά τους. Αντρόπιαστοι κι απροσκύνητοι να ζήσουν.”»

Eιδικά αυτή την εποχή, από έναν άνθρωπο που το καλοκαίρι του 2010 μου είπε χωρίς δεύτερη κουβέντα «ναι» κι έβαλε την υπογραφή του κάτω από την έκκληση των αρχικά 77 ανθρώπων που απάρτισαν το «Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς» ζητώντας «κοινή δράση όλης της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής κι εξωκοινοβουλευτικής» απέναντι στο Πρώτο  Μνημόνιο, μαζί με τον Χουρμουζιάδη και τον Βαρδάνη, κι οι δυο επίσης οιωσεί  παρόντες αν και φευγάτοι στο μεγάλο ταξίδι, αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό μήνυμα.
                                           
Θα μας λείψεις αφάνταστα, Αντώνη

                                                                          Νάντια Βαλαβάνη
                                                                                Polis Art Café, 2.10.2016
 
Μικρό requiem για τον Αντώνη Κακαρά, 2.10.2016 Μικρό requiem για τον Αντώνη Κακαρά, 2.10.2016 Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 9:46:00 π.μ. Rating: 5