Δυο Μαρίες, μια αγάπη, μια Ισμήνη, η Ρίκα, ο Μπρεχτ και το θέατρο του παραλόγου (10.2007)



ΔΥΟ ΜΑΡΙΕΣ, ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ, ΜΙΑ ΙΣΜΗΝΗ, Η ΡΙΚΑ, Ο ΜΠΡΕΧΤ 


ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ



                                  Δημοσιεύτηκε στο τεύχος με αφιέρωμα στο Ηράκλειο

                                   του περιοδικού ΙΔΙΟΦΩΝΟ, τεύχος 13, Οκτώβρης 2007



            Αν ισχύει ότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια, τότε το Ηράκλειο της εφηβείας μας είναι δυο φορές πατρίδα μας.


Ένα Ηράκλειο πολύ διαφορετικό από το σημερινό: Το ένα τρίτο σε μέγεθος πληθυσμού και χωρίς πανεπιστήμιο, με τα περισσότερα απ’  τα χαμηλά σπιτάκια του, τούρκικα και μη, στη θέση τους, όχι ακόμα πολυκατοικίες. Με τους χαρακτηριστικούς κατοίκους της «μικρής μας πόλης», με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που έκανε τους περισσότερους συνομηλίκους μου να βλέπουν το Πανεπιστήμιο ή το Πολυτεχνείο και την ανωνυμία της μεγάλης πόλης ως οδό διαφυγής. Ήταν ένα Ηράκλειο με απαρτχάιντ ως προς τα φύλα.  Δεν ήταν μόνο τα εξατάξια δημόσια γυμνάσια αποκλειστικά «αρρένων» και «θηλέων» (τα ιδιωτικά όμως ήταν ανέκαθεν μικτά!). Σ΄ αυτές τις ηλικίες κορίτσια και αγόρια διατηρούσαν χωριστές παρέες. Μοναδική ευκαιρία συνάντησης κι ανάμιξης των φύλων,  τα πάρτυ με το βερμούτ και τα μπλουζ, που έδιναν προσχήματα για αγκαλιές που τερματίζονταν μαζί με τα σινγκλάκια (πάρτυ συχνά διπλά παράνομα, από το σχολείο κι από τους γονείς). Πίσω απ’  τις γωνίες τα ζευγαράκια της εποχής παραμόνευαν οι «λόγοι τιμής», ο παπάς, ο καθηγητής, η αποβολή από το σχολείο και η διαπόμπευση. Και βέβαια με το θέατρο του παράλογου (κυρίαρχο ρεύμα στις θεατρικές σκηνές της εποχής), που ήταν η καθημερινή ζωή μας στη δικτατορία, σε συνεχή 24ωρη παράσταση. 


Κι όπως συμβαίνει πάντα, στο ίδιο χρονικό σύμπαν υπήρξαν πολλά Ηράκλεια – ανάλογα με τους κύκλους που τριγύρναγε ο καθένας η καθεμιά μας, ανάλογα με το τι τον ενδιέφερε και τον παρακινούσε. Αρκετές συνομήλικες μου μπορεί να μην αναγνωρίσουν στη δική μου πόλη το δικό τους Ηράκλειο – και αντίστροφα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, σ΄ αυτό το Ηράκλειο και σε κάποιους από τους ανθρώπους του θα ήθελα ν’ αναφερθώ. 


Πυρήνας της ζωής που μοιραστήκαμε αυτά τα χρόνια, μια παρέα κορίτσια. Η 21η Απριλίου 1967, που φέτος έγιναν σειρά εκδηλώσεων για τη 40στη επέτειο της, μας βρήκε μαθήτριες στην Α΄ Τάξη του Α΄ Γυμνάσιου Θηλέων Ηρακλείου. Στην ολοκληρωμένη της μορφή η παρέα συγκροτήθηκε την επόμενη χρονιά, όταν η Αγάπη, ένα χρόνο μικρότερη μας, έγινε κι αυτή μαθήτρια γυμνασίου.         

                                   

                                       Πριν

 


Βιάζομαι, όμως. Η ίδια περίοδος ήταν ταυτόχρονα τα χρόνια αποχαιρετισμού μιας άλλης κοριτσίστικης παρέας - της πρώτης παιδικής μου ηλικίας.


Εικόνες από αυτό το πρωϊμότερο Ηράκλειο: Κάποιοι, μόλις αποφυλακισμένοι, τους φιλοξενούμε για μια νύχτα πριν φύγουν για Χανιά ή Αθήνα. Με φέρνουν να τους χαιρετίσω, ξέρω καλά τι είναι γιατί αν κι οι γονείς μου δε μου λένε τίποτα, έχω αρχίσει από τα εφτά μου να διαβάζω, κρυφά κι από τους δύο, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Και διαβάζω τις  εφημερίδες που φέρνει καθημερινά σπίτι ο πατέρας, Αυγή, Δημοκρατική Αλλαγή, Τα Νέα.
 

Βραδινές «αρμένικες» βεγγέρες στο σπίτι του Αντώνη και της Ίκας Μαμαλάκη: Από δέκα μέχρι είκοσι Ηρακλειώτες συντροφιά  με τους κάθε φορά φιλοξενούμενους από την Αθήνα, συχνότερα απ’  όλους το Λεωνίδα Κύρκο. Ή τον Αντώνη Νενεδάκη, κάθε φορά που έρχεται στο Ηράκλειο για να οργανώσει τις εικαστικές εκθέσεις του με έργα αριστερών καλλιτεχνών. Κάποιοι απ’  αυτούς έρχονται μαζί, η Βάσω Κατράκη, για παράδειγμα, ή ο Σικελιώτης, που χαρακτικά και πίνακες τους κρέμονται σπίτι μας. Η Άλκη Ζέη θα είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας τέτοιας βεγγέρας το χειμώνα του 1965 ή 1966: Κάποιοι με σπρώχνουν να τη χαιρετήσω, έχω μόλις διαβάσει στην πρώτη έκδοση του Θεμέλιου Το καπλάνι της βιτρίνας κι έχω πει σ΄ όλο τον κόσμο πως είναι το καλύτερο παιδικό βιβλίο που έχει γραφτεί ποτέ, αλλά με πιάνουν οι ντροπές, της σφίγγω το χέρι, δεν της λέω τίποτα.


Ο μοναδικός εργένης ανάμεσα στους οικογενειακούς φίλους, ο Γιώργος Παπαδόπουλος, μικρασιάτης πρόσφυγας, «έμπορος νεωτερισμών» μ΄ ένα μικροσκοπικό μαγαζάκι πίσω από τον Άγιο Μηνά, μας μαζεύει – όλες κορίτσια, τα παιδιά που δεν απόκτησε ποτέ - κάποιες χειμωνιάτικες Κυριακές  και μας πηγαίνει με τα πόδια περίπατο  μέχρι την Αγιά Ειρήνη: Σ΄ όλο το δρόμο μας διηγείται ιστορίες, συχνά από τη Μακρόνησο, χρόνια αργότερα θα μάθω πως με τις φροντίδες του κράτησε στη ζωή τον πατέρα μου, είναι ο μόνος από τους μεγάλους που μας μιλά γι΄ αυτά. Στο τέλος κάθε ιστορίας η ίδια πάντα επωδός: «Αχ, να ‘χε ζήσει λίγα χρόνια ακόμα ο Λένιν…”


Ο πατέρας μου δε μιλάει γι΄ αυτά ή για το παρελθόν του,  πιο ενδιαφέρον και περιπετειώδες απ’  τα βιβλία του που διαβάζω στα κρυφά. Όλα τα χρόνια που βρισκόμασταν μαζί, δύο φορές όλες κι όλες άνοιξε το στόμα του - μια ολόκληρη βραδιά κάθε φορά: Η πρώτη, το τελευταίο καλοκαίρι πριν απ’  τη δικτατορία, ξάπλα όλη η παρέα των παιδιών πάνω στην άμμο στην παραλία της Σταλίδας, μια παραλία παρθένα, χωρίς άνθρωπο ολόκληρα χιλιόμετρα. Η δεύτερη και πάλι στη Σταλίδα, δύο ή τρία χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, στον κήπο του σπιτιού κάτω από τις βουκαμβίλιες, ακροατήριο των δύο, ο Δήμος κι εγώ.  


Έχω επίσης μια σχέση αποκλειστική, ένα προσωπικό μου φίλο: Tον μπάρμπα-Βασίλη τον Τσακίρη. Γέρος πανύψηλος και ισχνός, με χοντρά ματογυάλια, ολομόναχος στη ζωή, κάποιες φορές μου μιλάει για τη μάνα του πεθαμένη πολλά χρόνια πριν. Παλιός βενιζελικός μπράβος και «φουσκωτός» χαρτοπαιχτικών λεσχών, είχε αποτινάξει την προηγούμενη ζωή του όταν στο μεσοπόλεμο έγινε κομμουνιστής και ακολούθησε όλη τη διαδρομή χωρίς ποτέ να λυγίσει ή να υπογράψει οτιδήποτε. Επιζών γερμανικού στρατόπεδου συγκέντρωσης στη Σερβία, παλιός φυματικός, με τα πνευμόνια του κουρέλια απ’  το στρατόπεδο, εξόριστος στη Γιούρα τα χειρότερα της χρόνια, αυτά που διηγείται στο βιβλίο του ο Νενεδάκης. Επί Παπανδρέου του έδωσαν επιτέλους την άδεια για περίπτερο που δικαιούνταν ως ανάπηρος πολέμου, ένα περίπτερο πλάι στο πάρκο. Kάθε πρωί στη διαδρομή για το 6ο Δημοτικό σταματώ για λίγο να μιλήσουμε, ενώ θα μας διακόπτουν οι φίλοι του, καραγωγείς και  ξυπόλητοι χαμάληδες – μπροστά στο πάρκο υπήρχε πιάτσα με κάρα με άλογα και με καρότσια χεριού για μεταφορές - για ν΄ αγοράσουν όχι ένα πακέτο, αλλά δύο ή τρία τσιγάρα, βερεσέ. Το Σεπτέμβριο του 1966 άρχισα το Γυμνάσιο, άλλαξε η διαδρομή,  σταμάτησα να περνώ μπρος από το περίπτερο. Μήνες αργότερα η δικτατορία του το πήρε: Αρνήθηκε να υπογράψει τη δήλωση που ζήτησαν απ’  τους περιπτεράδες. Με ότι είχε βάλει στην άκρη από τα λίγα χρόνια του περίπτερου αγόρασε μια μικρή βάρκα, η μόνη ιδιοκτησία που είχε ποτέ, κι έζησε με τα πνευμόνια του άρρωστα, σε μια υγρή τρύπα πίσω απ’  τον Άγιο Δημήτριο, ψαρεύοντας μέχρι τα βαθιά γεράματα, μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Πεθαίνοντας μου κληροδότησε τρία από τα λιγοστά υπάρχοντα του,  χειροποίητα απ’ τους εξόριστους της εμφυλιοπολεμικής περιόδου της Γιούρας: Ένα λάστιχο από σαμπρέλα αυτοκινήτου με ξύλινη λαβή για ν΄ ακονίζει τα ξυράφια για το ξύρισμα, μια ξύλινη πίπα και μια καταπληκτικά εκτελεσμένη ξύλινη τσιγαροθήκη, με μέτρο μέσα για να μπορείς να κόβεις τα τσιγάρα σε «μισαδάκια» ή «τετραδάκια»…


Απ’ τις πιο έντονες εικόνες, η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1962, με τα αγροτικά και τα τρακτέρ να κατεβαίνουν με μαύρες σημαίες, τιμές πείνας από τους εμπόρους για τα προϊόντα, τα χωριά στο πόδι. Οι οικοδόμοι, το ριζοσπαστικότερο τμήμα της εργατικής τάξης της πόλης, σε απεργία συμπαράστασης. Απέναντι στην «εργατοαγροτική συμμαχία» οι χωροφύλακες υποχωρούν, επεμβαίνει ο στρατός, κατεβάζουν τους δόκιμους από το στρατόπεδο της ΣΕΑΠ στον Καρτερό. Πυροβολισμοί απ’ τις Τρεις Καμάρες. Τους ακούω καθαρά, παρ΄ όλο που το σπίτι μου είναι στην άλλη πλευρά του κέντρου. Είμαι σχεδόν εφτά χρονών, θέλω να πάω στη συγκέντρωση, οι γονείς μου μου το απαγορεύουν. Οι ίδιοι φεύγουν βιαστικά κατά τη μεριά των πυροβολισμών, η γιαγιά μου κλειδώνει πίσω τους την πόρτα, είμαι στο μπαλκόνι μας ανάμεσα σε γλάστρες με γαρυφαλιές και γιασεμιά, οι δρόμοι έρημοι, αφουγκράζομαι τους πυροβολισμούς, κλαίω απαρηγόρητα - από τη λύσσα μου, μισώ τους γονείς μου. Θα γυρίσουν αργά το απόγευμα, αναμαλλιασμένοι. Εικόνα από τις Τρεις Καμάρες την επόμενη: Δεν έχει μείνει οδόστρωμα, το είχαν ξηλώσει οι οικοδόμοι. 


Στον αντίποδα, 6 χρόνια αργότερα, 21η Απριλίου 1967, μαθήτρια της Α’ Γυμνασίου, παρακολουθώ από το μπαλκόνι του επόμενου σπιτιού μας, πάροδος Λεωφόρου Καλοκαιρινού, να περνά από τη Λεωφόρο η μόνη (;) διαδήλωση που έγινε ενάντια στο πραξικόπημα πανελλαδικά: Νεαρά παιδιά, κυρίως εργαζόμενοι,  μέλη των Λαμπράκηδων και της ΕΔΗΝ. Συνθήματα, “Δε θα περάσει ο φασισμός”. Ώρες αργότερα και πάλι πυροβολισμοί, αυτή τη φορά απ’ τη  Χανιόπορτα. Δε θα επιχειρήσω να κατεβώ στο δρόμο, ούτε οι γονείς μου τούτη τη φορά θα πάνε οπουδήποτε. Το πρωί, μόλις μας διώξανε απ’  το σχολείο, είχα βρει κλεισμένο σ΄ ένα δωμάτιο του σπιτιού της Ίκας το Στέλιο Παπαδομιχελάκη, το «θείο Στέλιο» όλης της παρέας των παιδιών, Γραμματέα Κρήτης της ΕΔΑ: Το μόνο άνθρωπο που σεβόταν όλοι ανεξαίρετα οι «μεγάλοι» που ήξερα. Θανατοποινίτης,15 χρόνια στις Φυλακές της Κέρκυρας, τον είχαν απολύσει καρκινοπαθή, κι είχε καταφέρει όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να επιβληθεί χωρίς ποτέ να σηκώσει τη φωνή σε μια οργάνωση και σε μια κοινωνία που έρεπε προς «ατομικές» λύσεις και συμπεριφορές.  Τη μέρα κείνη, την ώρα που άρχιζε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, κάποια απ’  τα παιδιά τον συνοδέψαμε ακολουθώντας τον από πίσω από το σπίτι της Ίκας μέχρι το λιμάνι, με την «αποστολή» να βεβαιωθούμε ότι δε θα τον πιάσουν μέχρι να εξαφανιστεί κάπου στα δρομάκια της Ξύλινης Ντάμπιας. Ο «θείος Στέλιος» θα παρέμενε επί 7 χρόνια ο υπ. αρ. 1 καταζητούμενος στο νησί – και ο μόνος που δεν πιάστηκε ποτέ απ’  όλους όσοι κείνη τη μέρα είχαν περάσει στην παρανομία.


«Τα παιδιά»: Η πρώτη παιδική παρέα μου, τέσσερα κορίτσια οι φίλες, η κάθε οικογένεια είχε από δύο, σύνολο έξι μαζί με την Τερέζα, τη μικρή μου αδερφή. (Όπως συνήθιζε να λέει ο πατέρας μου, «οι καλοί άντρες κάνουν μόνο κόρες».) Τις έχασα όλες με τρόπο ανεπανόρθωτο. Ήταν, πριν απ’  όλα, οι δύο κόρες των «κολλητών» των γονιών μου: Η Χαρά και η Αυγή Μαμαλάκη, η κύρια συντροφιά μας κάθε Σαββατοκύριακο και σχεδόν κάθε βράδυ του καλοκαιριού από τότε που η Τερέζα κι εγώ θυμόμασταν τον εαυτό μας, κόρες του Αντώνη, δικηγόρου, Γραμματέα της ΕΔΑ Ηρακλείου μέχρι τον πρόωρο θάνατο του από έμφραγμα δύο μήνες πριν τη δικτατορία. (Θυμάμαι τους συντρόφους του να περνούν βουβά πάνω απ’  το φέρετρο του, στο σαλόνι του σπιτιού τους, και ν’ αφήνουν ο καθένας από ένα κλαράκι δάφνης. Να τον περνούν στα χέρια μέσα απ’  τους κεντρικούς δρόμους του Ηράκλειου, χιλιάδες άνθρωποι η νεκρική πομπή. Αξιωματικός του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή κατά την κατοχή, είχε πολεμήσει στο Ελ Αλαμέιν για να τον κλείσουν οι Εγγλέζοι στη συνέχεια στο «σύρμα». Για μια περίοδο κατά τη δεκαετία του ’60 τον έκλεισαν και στις Φυλακές Αγιάς: Είχε καταδικαστεί σε δύο χρόνια φυλακή στη δίκη που ακολούθησε τα γεγονότα του ’62 ως «υποκινητής» της αγροτικής εξέγερσης...) Η Χαρά κι η Αυγή μέσα σε ένα χρόνο από το πραξικόπημα είχαν ακολουθήσει τη μητέρα τους στην Αθήνα. Η Ίκα, νέα γυναίκα ακόμα, μόνη με δύο κοριτσάκια 10 και 14 χρόνων, είχε δεχτεί τριπλό χτύπημα: Tην ξαφνική χηρεία της, τις συλλήψεις που είχαν σκορπίσει σε φυλακές και εξορίες ή είχαν τυλίξει στο σκοτάδι της παρανομίας τους κοινούς μας φίλους, τις ενοχλήσεις (την είχαν μαζέψει «μέσα» μια-δυο φορές)   και τη στενή παρακολούθηση της από την Ασφάλεια που τη θεωρούσε ύποπτη για Θεός ξέρει τι. Κι έτσι αποφάσισε να ξαναγυρίσει στις εβραϊκές της ρίζες, να καταφύγει στην προστασία της Εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας. (Έφηβη ακόμα, ήταν η μοναδική από μια μεγάλη οικογένεια Σεφαραδιτών της Θεσσαλονίκης που διέφυγε τη σύλληψη στο Ηράκλειο, όπου είχαν βρεθεί όταν οι Γερμανοί πέρασαν τα σύνορα, κι έτσι δε μοιράστηκε την κοινή μοίρα των δικών της, το θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είχε επιβιώσει, μόνη αυτή, ανταρτοπούλα στα βουνά της Κρήτης.) Το άλλο τρίτο της παρέας των παιδιών, οι δύο ξαδέρφες τους, η Κλειώ και η Βαγγελιώ Μαμαλάκη, 12 και 14 χρόνων αντίστοιχα, βρέθηκαν χωρίς μάνα από την 21η Απριλίου: Η Ειρήνη, υποψήφια βουλευτίνα της ΕΔΑ, είχε πιαστεί το ίδιο βράδυ και είχε σταλεί εξορία στη Γιούρα. Καθώς ο πατέρας τους δεν οδηγούσε, πότε η μάνα μου και πότε ο πατέρας μου συνήθιζαν να οδηγούν το αυτοκίνητο τους και ο εναπομείνας γονέας το δικό μας. Κι έτσι συνεχίσαμε να είμαστε μαζί τα Σαββατοκύριακα, με οδυνηρή όμως την απουσία της Χαράς και της Αυγής. Αυτά μέχρι τέλος 1968, όταν ο πατέρας τους έπαθε έμφραγμα και η μητέρα τους απολύθηκε απ’ τη Γιούρα κι ήρθε ν΄ αναλάβει την οικογένεια. Είχε όμως ήδη επέλθει η διάσπαση του ΚΚΕ και όσοι οικογενειακοί μας φίλοι δε βρίσκονταν φυλακή ή εξορία είχαν περάσει με το ΚΚΕεσωτ. Η οικογένεια μου ανήκε στους ελάχιστους που έμειναν με το ΚΚΕ. Έτσι μέσα σ’  ενάμισι χρόνο η Τερέζα κι εγώ βρεθήκαμε αποκομμένες κι από τις τέσσερις φίλες των παιδικών μας χρόνων. Η εφηβεία έσπρωχνε όμως ήδη μ΄ όλη της τη δύναμη, χωρίς περιθώρια για αυτολύπηση, προς τα μπρος.


[Θα ξανάβρισκα στιγμιαία κάποιες απ’ τις πρώτες παιδικές μου φίλες χρόνια αργότερα, όλες μας φοιτήτριες μέσα στο εξεγερμένο Πολυτεχνείο. Η Χαρά, αρχιτεκτόνισσα, αιώνια νέα - πέθανε 28 χρονών -, ανήκε στα στελέχη του παράνομου «Ρήγα Φεραίου». Την ώρα που έμπαιναν τα τανκς, διέσωσε τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από το λαό της Αθήνας ώστε να μην πέσουν στα χέρια της χούντας, αλλά να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση κάποιων από τους εκατοντάδες που πέρασαν στην παρανομία κείνη τη βραδιά. Η Βαγγελιώ, πάλι, επίσης με το «Ρήγα», μαζί με τον Παυλάκη ήταν η ψυχή, οι επικεφαλής στο γιατρείο του Πολυτεχνείου: Το «κράτησαν» μαζί με άλλους φοιτητές και φοιτήτριες της Ιατρικής, οργάνωσαν τις πρώτες βοήθειες στους τραυματίες, υποδέχθηκαν τους νεκρούς.]    
      

                          

                                   Η δικτατορία



     Η καινούργια συντροφιά προέρχεται εν μέρει από το πριν, από ένα κομμάτι του που είχε κρατηθεί χώρια απ’ την παρέα των Σαββατοκύριακων. Η Μαίρη - μαζί στο ίδιο θρανίο από την Γ’ Δημοτικού μέχρι και την Δ΄ Γυμνασίου, στην Ε’ μεταπήδησα απ’  το «πρακτικό» στο «κλασικό» κι έτσι βρεθήκαμε τα δύο τελευταία χρόνια του γυμνάσιου χωριστά, σε άλλο τμήμα - ήταν η «κολλητή» μου πριν και μετά. Μας ένωνε μια ανίερη σχέση μέσα στην ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα της εποχής, όπου ακόμα κι ο αγαπημένος μας δάσκαλος, δημοκράτης και Παπανδρεικός, μιλούσε για «ληστοσυμμορίτες»: Εκείνη κόρη απόστρατου ταγματάρχη, οι γονείς της την έπαιρναν μικρή στους χορούς της Λέσχης Αξιωματικών Ηρακλείου, εγώ κόρη Μακρονησιώτη, στο μοναδικό χορό που με είχαν πάρει μαζί τους ήταν των Λαμπράκηδων του Ηράκλειου. Πρωτοβρεθήκαμε τυχαία στα εννιά μας στο ίδιο θρανίο να καυγαδίζουμε για  τα «κονσερβοκούτια», καταλήξαμε λίγο πριν τελειώσουμε το Γυμνάσιο να γίνουμε «αδελφοποιτές», κόβοντας τα δάκτυλα μας κι ενώνοντας το αίμα μας, δίνοντας το μεγάλο όρκο: “Ακόμα κι αν όλα χαθούν, ακόμα κι αν γίνουν συντρίμμια, μαζί τους θα ΄μαι κι εγώ, μαζί τους και τώρα και πάντα.» 


Η καινούργια παρέα έχει δύο επίκεντρα: Το Α’ Γυμνάσιο Θηλέων Ηρακλείου και το Ωδείο. Οι δύο Μαρίες έχουν σχέση μόνο με το Γυμνάσιο: H δεύτερη προέρχεται από αριστερή οικογένεια, ο πατέρας της είναι αυτό που λέμε «λόγιος», ζει μέσα σ΄ ένα σπίτι γεμάτο με τα βιβλία που διαβάζει ο πατέρας της, όχι κυρίως λογοτεχνικά, όπως ο δικός μου, που είναι έμπορος, αλλά θεωρητικά. Είναι μεγάλος στην ηλικία, συνταξιούχος, όταν πηγαίνω σπίτι της διαβάζει πάντα καθισμένος στο γραφείο του. Κι εγώ, που το διάβασμα είναι η μεγαλύτερη απόλαυση μου, που κείνη την εποχή διάβαζα ακόμα και περπατώντας στο δρόμο, έμενα με την απορία, τι θέλει το διάβασμα ένας άνθρωπος που μου φαινότανε τότε τόσο μεγάλος, τόσο κοντά στο θάνατο… Η Αγάπη, μικρότερη μας κατά μία τάξη, και η δική της «κολλητή» που όμως είναι δική μας συμμαθήτρια, η Ισμήνη (που ο πατέρας της είναι επίσης αριστερός και «λόγιος» κι επίσης ζει σ΄ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία)  θα γίνουν φίλες και των τριών μας στη Β΄ Γυμνασίου. (Όλα τα χρόνια του Ηράκλειου την Αγάπη τη ζήλευα για ένα και μοναδικό λόγο, επειδή ο πατέρας της, κι αυτός παλιός αριστερός, ήταν βιβλιοπώλης και η κόρη του είχε ανεμπόδιστη πρόσβαση σε άπειρους τίτλων βιβλίων…) Η Αγάπη κι η Ισμήνη έχουν σχέση όχι μόνο με το Γυμνάσιο, αλλά και με το Ωδείο: Κάνουν και οι δύο πιάνο, η Αγάπη με τη μάνα της, η Ισμήνη με τη συνονόματη νονά της, καθηγήτριες εκεί. Η δική μου σχέση με το Ωδείο περνά μέσα απ’  τη Ρίκα.


Η Ρίκα είναι η νεαρή καθηγήτρια μουσικής του Α’ Γυμνάσιου Θηλέων, «η μουσικάνα» στην αργκώ του σχολείου - κι η πιο αγαπημένη μας από τις (ελάχιστες, αμέσως μετά ερχόταν η Γρηγοράκη) καθηγήτριες της Α’ Τάξης που σεβόμασταν κι εκτιμούσαμε. Η Ρίκα θα παίξει για την Α’ το ρόλο που θα έπαιζε για τη Β΄ και τη Γ΄ ο φιλόλογος μας, ο Πλευράκης, που επίσης φρόντισε για την ελευθερία στη σκέψη μας απ΄ τη δική του  σκοπιά. Η Ρίκα είναι η δροσερή πνοή, το φως μέσα στη σκοτεινιά της πρώτης χρονιάς μας στο γυμνάσιο. Αντισυμβατική, θα φέρνει την ώρα της μουσικής στα τμήματα μας της Α’ Γυμνασίου - 6 τμήματα από 60 μαθήτριες το καθένα, 360 συμμαθήτριες συνολικά - αυτό που σήμερα φαντάζει αυτονόητο,  την τεχνολογία και την ίδια την απόλαυση της μουσικής: Ένα πικ-απ και δίσκους του Θεοδωράκη και του Χατζηδάκι. Αυτό που μ’ έκανε ν΄ αγαπήσω τη Ρίκα από την πρώτη στιγμή, δεν ήταν η μαγεία της μουσικής που ακούγαμε μέσα στην τάξη κι όσων μας εξηγούσε. Οι γονείς μου στο μαγαζί τους, ηλεκτρικών ειδών, πουλούσαν και δίσκους, είχα μεγαλώσει με τ΄ ακούσματα της μουσικής του Μίκη. Αυτό που με κέρδισε ήταν πριν απ’  όλα η προσπάθεια που κατέβαλλε η Ρίκα για να μυήσει στην απόλαυση της μουσικής μερικές εκατοντάδες χωριατόπαιδα. (Γεννημένες στο Ηράκλειο ζήτημα να ήμασταν πάνω από 10 σε κάθε τμήμα, η αστική τάξη έστελνε τα παιδιά της στα ιδιωτικά, «Κοραή», «Παγκρήτιο» και «Μπουρλώτου», ενώ η εργατική τάξη πολλά απ’  τα κορίτσια της μετά το Δημοτικό τα ΄στελνε κατευθείαν στη δουλειά, στην καλύτερη περίπτωση και στο νυχτερινό). Οι συμμαθήτριες μου ήταν ένα τσούρμο απείθαρχες, αναρχικές κοπελιές σε μια εποχή που χώριζε άβυσσος την αστική ζωή απ’  τη ζωή στο χωριό, στο Ηράκλειο ζούσαν με συγγενείς τους ή και μόνες, πολλές ακόμα αγριεμένες απ΄ τη ζωή σε μια πόλη που ακόμα δεν είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν. Μοναδικά μουσικά τους ακούσματα η κρητική λύρα, άντε και κανένα λαϊκό απ’  το τρανζιστοράκι (όσες διέθεταν). Οι περισσότεροι καθηγητές τους φέρνονταν με ανοιχτή περιφρόνηση, σάρκαζαν την άγνοια τους και τις ταπείνωναν σε κάθε ευκαιρία. Κι αυτές με τη σειρά τους τους φιλοδωρούσαν με το μίσος τους. Αυτές τις κοπελιές κέρδισε η Ρίκα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Αν και βαθιά δύσπιστες, σιγά-σιγά τις έπεισε ότι πράγματι νοιαζόταν. Έτσι εγκατέλειψαν σταδιακά τις άμυνες τους κι άρχισαν να στήνουν αυτί σ΄ ό,τι στα πρώτα μαθήματα περιγελούσαν.


Το Σεπτέμβρη του 1967, όταν επανήλθαμε στο σχολείο μαθήτριες πλέον της Β΄ Γυμνασίου, η Ρίκα έλειπε. Μάθαμε ότι είχε παραιτηθεί από το Δημόσιο και έκανε μαθήματα πιάνου στο Ωδείο. Οι ψίθυροι έλεγαν πως το είχε κάνει σ΄ ένδειξη διαμαρτυρίας, επειδή μετά την 21η Απριλίου η μουσική του Θεοδωράκη είχε απαγορευτεί κι αυτή δε μπορούσε να κάνει πια όπως ήθελε το μάθημα της – και πράγματι, μετά την 21η είχε σταματήσει να φέρνει πικ-άπ και δίσκους στο σχολείο. Πήγα και βρήκα τη Ρίκα στο Ωδείο. Είχα ήδη στο παθητικό μου δύο αποτυχημένες απόπειρες να μάθω ακορντεόν και κιθάρα και η μάνα μου μου είχε ξεκαθαρίσει ότι τέρμα τα μαθήματα μουσικής. Της ζήτησα να με πάρει μαθήτρια της στο πιάνο, της ξεκαθάρισα όμως ότι οι δικοί μου δε θα πλήρωναν δεκάρα. Έτσι έγινα μαθήτρια της και πάλι, ολόκληρη εκείνη τη χρονιά δωρεάν. Η μάνα μου, που ήταν σίγουρη ότι μετά από λίγο θα τα παρατούσα, πείστηκε τελικά ότι δεν ήταν περαστικό καπρίτσιο και από την επόμενη χρονιά άρχισε να πληρώνει τα δίδακτρα. 


Η κατάσταση στο σχολείο ήταν σκέτο τσίρκο. Υποσκελίζοντας τον Πλευράκη, που ήταν αρχαιότερος και έκανε χρέη Γυμνασιάρχη, τέλος της προηγούμενης χρονιάς είχε εμφανιστεί καινούργιος Γυμνασιάρχης, που αμέσως απόκτησε ψευδώνυμο («Να ’ντος!», από το σχετικό επιφώνημα). Ο Πλευράκης ήταν εξαιρετικός δάσκαλος και τον αγαπούσαμε. Στο μάθημα του - αρχαία, νέα ελληνικά και ιστορία - επικρατούσε μόνιμα βαβούρα, καθώς δεν τιμωρούσε ποτέ κι απόφευγε ακόμα και να κάνει εκκλήσεις για ησυχία. Ήταν ένα μάθημα οργανωμένο σ΄ εθελοντική, θα ‘λεγες, βάση: Όποια άκουγε και συμμετείχε, το έκανε επειδή την ενδιέφεραν αυτά που άκουγε. Όποια δεν την ενδιέφεραν, μπορούσε ν΄ ασχοληθεί ανενόχλητη με ό,τι προτιμούσε. Πότε-πότε μας διασκέδαζε με τις ξηρές αφηγήσεις του από τη δική του μαθητική ζωή πολλά χρόνια πριν, με μόνιμο ηθικό δίδαγμα τ’ ότι τα «καρφιά» ποτέ δε μένουν ατιμώρητα. (Μου έχει μείνει αξέχαστη η περιγραφή του μιας μαθητικής εκδρομής με τρένο στη Θεσσαλία, όπου όταν τα «καρφιά» επιχειρούσαν να πηδήσουν πίσω στο τρένο εν κινήσει, απ’  το οποίο όλοι είχαν πηδήσει έξω όταν πήγαινε πολύ αργά στις στροφές, οι υπόλοιποι τους πατούσαν τα δάκτυλα των χεριών όπως πιάνονταν απ’  τα βαγόνια!) Ο Νάντος με τη βοήθεια και μιας συγκεκριμένης ομάδας καθηγητών ανέλαβε να μας μυήσει στο θαύμα της «Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως»: Με αντικομμουνιστικούς δεκάρικους κάθε πρωί στην προσευχή και με την πιο στενή δυνατή πρακτική εφαρμογή των «ελληνοχριστιανικών» ιδεωδών. Στην Γ’ Γυμνασίου, για παράδειγμα, μου ανάθεσαν ν΄ ανεβάσω ένα «κλασικό» σχολικό έργο με αγωνιστές του 1821 – κείνη τη χρονιά δε θα γινόταν η γιορτή της 25ης Μαρτίου στο αμφιθέατρο του σχολείου και το έργο θα ήταν «ραδιοφωνικό», δηλ. θα μεταδιδόταν απ’  το σύστημα μεγαφώνων που υπήρχαν σ΄ όλες τις τάξεις. Πείσαμε τις υπεύθυνες καθηγήτριες ότι αν τους αντρικούς ρόλους τους απέδιδαν γυναικείες φωνές, θα βρισκόμασταν με μια κωμωδία στα χέρια και έτσι πήραμε άδεια να συμμετάσχει στη μαγνητοφώνηση μια ομάδα συνομήλικων μας αγοριών του Α’ Γυμνάσιου Αρρένων Ηρακλείου (Καπετανάκειο), γνωστού επί το σαρκαστικότερο και ως «Καπετανάκειον College”. Η ομάδα συγκροτήθηκε με διαμεσολάβηση  καθηγητριών μας και με επιλογή καθηγητών τους.  Συναντηθήκαμε σε σπίτια δύο-τρεις φορές για τις πρόβες και τη μαγνητοφώνηση, πάντα παρουσία καθηγητριών. Η ομάδα των κοριτσιών ήταν μεγάλη, πυρήνα όμως είχε τις δύο Μαρίες, την Ισμήνη  και την Αγάπη. Όσο για την ομάδα των αγοριών, καλή τους ώρα όπου και να βρίσκονται όσοι αγνοούμε τις τύχες τους σήμερα, ο Αλέξης Μαυρικάκης είναι ο μόνος που κρατήσαμε σταθερή επαφή, ήταν τα πρώτα αγόρια τα οποία γνωρίσαμε φιλικά: Τα υπόλοιπα χρόνια μέχρι ν΄ αποφοιτήσουμε μας καλούσαν και τους καλούσαμε σε πάρτυ. Αυτές οι προσκλήσεις ήταν και το μοναδικό αποτέλεσμα απ’  την ηχογράφηση του θεατρικού: Δεν ακούστηκε ποτέ στις τάξεις μας. Την παραμονή της γιορτής ο Νάντος θέλησε να ελέγξει το έργο σε ιδιωτική ακρόαση και έπαθε τέτοια πλάκα ακούγοντας τις φωνές των αγοριών και συλλαμβάνοντας το πόσο μπορεί να διαφθείρονταν οι αγνές κοριτσίστικες ψυχές μας στο άκουσμα, μπρρρρ!,  αγορίστικων φωνών, που απαγόρευσε κατευθείαν το έργο. 




                                             Τρεις χοροί



Φυσικά αυτό που έκανε χειρότερα τα πράγματα ήταν ότι δεν επρόκειτο μόνο για στενομυαλιά, αλλά και για υποκρισία: Την ίδια περίοδο είχε γίνει συμμαθήτρια μας η κόρη του νέου στρατιωτικού διοικητή της ΣΕΑΠ, δηλ. του κατ΄ εξοχήν εκπροσώπου της στρατιωτικής ελίτ. Ο Νάντος μας μίλησε για τη Ρούλα, μας ζήτησε να κάνουμε παρέα μαζί της, να τη βοηθήσουμε να προσαρμοστεί στο Ηράκλειο. Και σ΄ αυτό το πλαίσιο αποφάσισε κάτι πρωτοφανές: Να οργανώσει στην αυλή του σχολείου χορό με προσκαλεσμένους τις μαθήτριες και τους δόκιμους της ΣΕΑΠ! Τους ρυθμούς της μόδας, οι οποίοι ποτέ δεν είχαν εισχωρήσει στο σχολείο, θα έπαιζε η μπάντα της ΣΕΑΠ… Ο χορός είχε μερική επιτυχία. Η ομάδα των καθηγητών που τηρούσαν την τάξη είχε απειλήσει με απουσίες και αποβολές όσες δεν εμφανίζονταν (ο χορός γινόταν αργά το απόγευμα). Τελικά το μεγαλύτερο μέρος του σχολείου προσήλθε – οι περισσότερες ζαλισμένες απ’  το αναπάντεχο λαχείο, καθώς ο σχολικός κανονισμός προέβλεπε για τις μαθήτριες γενική απαγόρευση κυκλοφορίας «μετά την εννάτην νυχτερινήν το θέρος και την ογδόη νυχτερινήν το χειμώνα» και ολική απαγόρευση κυκλοφορίας με άτομα του άλλου φύλου οποιαδήποτε ώρα της μέρας, εκτός αν τα περί ου ο λόγος άτομα ήταν πατέρας ή αδελφοί («εξάδελφοι» δεν επιτρέπονταν). Ωστόσο, χάρη και στη δουλειά που είχαμε κάνει κατά τα διαλείμματα με δυνατά σαρκαστικά σχόλια σε επήκοο όλων,  υπήρξαν  και μερικές δεκάδες «ηχηρές» απουσίες απ’  το χορό, κυρίως επειδή ήταν οι καλύτερες μαθήτριες, απουσιολόγοι κλπ. Δε μας φώναξαν ποτέ να δώσουμε λόγο γιατί δεν προσήλθαμε: Μέχρι και οι τοποτηρητές της τάξης καταλάβαιναν ότι κι η υποκρισία και το παράλογο έχουν τα όρια τους. Από την ιστορία μου έμεινε η εικόνα του Πλευράκη, που δεν ήταν πια καθηγητής μας και δεν είχαμε επαφές, παραμονές του χορού να μονολογεί για το σχετικό θέμα δυνατά και με ειρωνεία στο άδειο γραφείο των καθηγητών, όπου είχα πάει για να πάρω το απουσιολόγιο, προφανώς προς δικό μου όφελος…


Είχε προηγηθεί ένας άλλος χορός που έμελλε να μας μείνει αξέχαστος, αυτή τη φορά στο Ωδείο: Ο αποκριάτικος χορός το Φλεβάρη του 1969. Την πρωτοβουλία κι ευθύνη για τη διοργάνωση του την είχε η Ρίκα, η μόνη νέα ανάμεσα στις καθηγήτριες του, και την είχε αναθέσει σε μια οργανωτική επιτροπή, που δε θυμάμαι από ποιους άλλους απαρτίζονταν, αλλά ο πυρήνας ήταν η Αγάπη, η Ισμήνη κι εγώ. Ανάμεσα στ’ άλλα φροντίσαμε για τη διακόσμηση, η οποία συμπεριλάμβανε και διάφορα σκίτσα που είχα ζωγραφίσει σε χαρτί μέτρου για τους τοίχους των δωματίων του Ωδείου. Ένα απ’  αυτά διασώθηκε μέσα από πολλές περιπέτειες και βρίσκεται σήμερα στον πάτο της ντουλάπας μου. Ενσαρκώνει όλο τον ιδεαλισμό της εποχής: Μια ομάδα δύο αγοριών και δύο κοριτσιών, που το καθένα ανήκει και σε άλλη φυλή (λευκή, κίτρινη, μαύρη, ερυθρόδερμη) έχουν περικυκλώσει ένα κανόνι, απ’ την κάνη του οποίου βγαίνει ένα λουλούδι (ήταν τότε ο πόλεμος του Βιετνάμ). Σε εμφανές σημείο υπάρχει το διεθνές σήμα της ειρήνης. Απ’  ότι φαίνεται, είχα γεμίσει κάθε ζωγραφιά και τους τοίχους των δωματίων του Ωδείου με το ίδιο σήμα, χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Υποθέτω ότι θα πρέπει να ήταν αυτή η κυριαρχία των σημάτων που έδωσε την ιδέα στη Ρίκα: Έφτιαξε μια σειρά τέτοια σήματα από χαρτόνι, τα έραψε στο φόρεμα της που, εντελώς τυχαία, ήταν κόκκινο (!), έβαλε επίσης σήματα ειρήνης στα γυαλιά της κι έτσι ντυμένη, λίγα  24ωρα αργότερα, συμμετείχε σ’  έναν  απ’  τους «θεσμικούς» αποκριάτικους χορούς της πόλης, νομίζω της Περιηγητικής Λέσχης, στο ξενοδοχείο «Ατλαντίς». Σ΄ αυτή την περίπτωση το σύστημα λειτούργησε άψογα: Ελάχιστη ώρα μετά την άφιξη της στην αίθουσα την κάλεσαν στη ρεσεψιόν κι εκεί ο τότε διευθυντής του ξενοδοχείου ξήλωσε ο ίδιος, χωρίς πολλές διατυπώσεις, τα σήματα απ’ το φόρεμα της. Ταυτόχρονα της ζήτησαν να περάσει την επόμενη από την Ασφάλεια «δι΄ υπόθεσιν της» κι εκεί πέρασε τα τρία επόμενα πρωινά: Της ζητούσαν – και με την απειλή στρατοδικείου - να κατονομάσει όσους την έβαλαν να εμφανιστεί σ΄ ένα χορό με παρούσα όλη την «καλή» κοινωνία του Ηράκλειου, συμπεριλαμβανόμενης και της χουντικής ελίτ, μ΄ ένα κόκκινο φόρεμα γεμάτο σήματα της απαγορευμένης οργάνωσης των Λαμπράκηδων (που ήταν τα ίδια με το διεθνές σήμα της ειρήνης…) Η Ρίκα δεν είπε κουβέντα για μας, τελικά την άφησαν με πολλές προειδοποιήσεις, αυτός υπήρξε όμως ο πρώτος και ο τελευταίος αποκριάτικος χορός που οργανώθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στο Ωδείο.



                                             Ανάσες ζωής



Η κατάσταση ήταν γενικά περίεργη. Οι όροι που έθεταν για τη ζωή μας σχολείο και καθεστώς ήταν εξωπραγματικοί. Εμείς, πάλι, σε κάθε περίπτωση και με κάθε ευκαιρία τους παραβιάζαμε όπως και όσο μπορούσαμε. 


Δεν ήταν μόνο η χρόνια απαγόρευση κυκλοφορίας για τα κορίτσια μετά τις 8 ή 9 το βράδυ (χωρίς ελπίδα εφαρμογής). Δεν ήταν μόνο η απαγόρευση να περπατάς στο δρόμο παρέα με άτομα του άλλου φύλου πέρα από συγγενείς πρώτου βαθμού (κάποιες την πλήρωσαν με αποβολές). Δεν ήταν μόνο η απαγόρευση συμμετοχής σε πάρτυ (όλες πηγαίναμε). Στις καταθέσεις στεφάνων στο Ηρώο και στις παρελάσεις, με την παρουσία μας υποχρεωτική (οφείλαμε να υποστούμε από τα μεγάφωνα και τα εμετικά λογύδρια διαφόρων επιφανών συμπολιτών μας, δικηγόρων κ.α., που δεν έχαναν ευκαιρία να διακηρύξουν δημόσια την πίστη τους «εις την Επανάστασι»), από τους πρώτους μήνες απαντούσαμε με ανοιχτές κοροϊδίες και καζούρα όπως στεκόμασταν στοιχισμένες στη γραμμή. Όσο για το επίσης υποχρεωτικό Κατηχητικό, όταν στη Β’ Γυμνασίου αναγάγαμε σε επιστήμη το πέταγμα σαϊτών με μηνύματα απ’ το στηθαίο του γυναικωνίτη (τα κορίτσια του Α’ Γυμνάσιου) στον κάτω χώρο της εκκλησίας (τ’  αγόρια του Καπετανάκειου), τα μέτρα σταδιακά ατόνησαν και άρχισαν να κάνουν τα στραβά μάτια όταν, παρά τις απειλές για απουσίες, σταματήσαμε να εμφανιζόμαστε. Και ας μην περιγράψω καλύτερα τι γινόταν στο γυναικωνίτη κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών εκκλησιασμών…    


Ο ίδιος κανονισμός του Α’  Γυμνάσιου Θηλέων, που η μάνα μου διέσωσε από κείνα τα χρόνια,  απαγορεύει ρητά το διάβασμα οποιωνδήποτε εξωσχολικών βιβλίων και εφημερίδων! Φυσικά διαβάζαμε ό,τι έπεφτε στα χέρια μας, και μάλιστα συστηματικά την ώρα του μαθήματος, τυλιγμένα μέσα σε βιβλία μαθηματικών ή φυσικής. Τα πρώτα πολύ δύσκολα χρόνια βρίσκαμε μόνο ό,τι δεν είχε κρυφτεί από διάφορες ιδιωτικές βιβλιοθήκες (στη Βικελαία ό,τι ενδιαφέρον ανάμεσα στα βιβλία της είχε αποσυρθεί από τα ράφια). Την επαύριο της 21ης Απριλίου, για παράδειγμα, στις λίγες ώρες που επιτράπηκε η κυκλοφορία, βοήθησα τον πατέρα μου – που είχε μέχρι τότε χάσει δύο βιβλιοθήκες, το 1939 από την Ασφάλεια Ηρακλείου επί Μεταξά και το 1949, όταν τον έπιασε ο αρχιασφαλίτης Πολιουδάκης και τον έστειλε στη Μακρόνησο  - να συσκευάσει και να θάψει σ΄ ένα αμπέλι στη Φοινικιά, στο χώρο των σημερινών ΤΕΙ, μεγάλο μέρος της δικής του και της δικής μου βιβλιοθήκης. Ανάμεσα τους ήταν και το δώρο που είχα ζητήσει να μου κάνουν τα τελευταία Χριστούγεννα, του 1966 – τότε, αντίθετα με ό,τι κάνουμε με τα παιδιά σήμερα, μας έκαναν ένα δώρο μια φορά το χρόνο: Κάθε Χριστούγεννα. Ήταν ένα πανάκριβο, για τα δεδομένα της εποχής, λεύκωμα του Καρβούνη με μορφές ανταρτών και ανταρτισσών σχεδιασμένες στα βουνά μεταξύ 1943 και 1945 και είχε μόλις τότε κυκλοφορήσει. Θυμάμαι πόσο είχαν προσπαθήσει οι γονείς μου να με πείσουν να διαλέξω κάτι άλλο, τόσα λεφτά για ένα βιβλίο. Ακόμα θυμάμαι τον πόνο που ένιωθα θάβοντας ιδιαίτερα αυτό το λεύκωμα, που απέπνεε τον αέρα της ιστορίας όσο και της ελευθερίας. Αν και τα βιβλία ήταν τυλιγμένα σε νάιλον, όταν τα  ξεθάψαμε το 1969, με την πρώτη χαλάρωση των μέτρων, βρήκαμε το μεγαλύτερο μέρος τους, συμπεριλαμβανόμενου και του λευκώματος, καταστραμμένο από την υγρασία. Με το γενικό «ξεθάψιμο» των βιβλίων από το ‘69-’70, οι προδιδακτορικές εκδόσεις του «Θεμέλιου», του «Κέδρου» κ.α. εμφανίστηκαν ξανά στα βιβλιοπωλεία ενώ άρχισαν να σκάνε μύτη νέοι εκδοτικοί οίκοι («Νέοι Στόχοι», «Στοχαστής», «Σύγχρονη Εποχή», «Κάλβος» κλπ) και οι πρώτες εκδόσεις μαρξιστικών βιβλίων. Τότε αρχίσαμε πια να διαβάζουμε σχεδόν τα πάντα. Αν πάρουμε υπόψη μας και τα ξενόγλωσσα βιβλία που παραλαμβάναμε μέσω ταχυδρομείου, η Αγάπη από τη Γαλλία κι εγώ από την Αγγλία, δεν είναι τυχαίο τ’  ότι βρεθήκαμε να διαβάζουμε τις πρώτες αναλύσεις για τον Μάη του ’68 σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία τους. 


Ο κινηματογράφος επίσης απαγορευόταν, μ΄ εξαίρεση τις ταινίες που μας πήγαιναν ομαδικά με το σχολείο (συνολικά 3-4 αντικομμουνιστικές παραγωγές του Τζέιμς Πάρις, στις οποίες κατά κανόνα η όμορφη αλλά ολίγο παρασυρμένη Ελληνοπούλα έβλεπε το φως και κατέδιδε τον καταχθόνιο αλλά και άσχημο κομμουνιστή πέφτοντας τελικά στην αγκαλιά του όχι μόνο πατριώτη, αλλά και ωραίου λοχαγού). Ωστόσο πηγαίναμε κάθε Κυριακή. Κατά περιόδους οι αποβολές για τους κινηματογραφόφιλους δεν ήταν μόνο επαπειλούμενες, αλλά και πέφτανε. Η χειρότερη περίοδος ήταν όταν Εισαγγελέας Ηρακλείου έγινε ο Τσεβάς, ο ίδιος που μεταδιδακτορικά είχε αναλάβει για μια περίοδο την έρευνα για την τρομοκρατία: Είχε συγκροτήσει συνεργεία με χωροφύλακες, έκανε εφόδους στους κινηματογράφους της πόλης και συνελάμβανε σινεφίλ μαθητές! Στο αποκορύφωμα αυτού του πογκρόμ δε θα ξεχάσω σε τι συνθήκες είχαμε παρακολουθήσει τον Ξένοιαστο Καβαλάρη, μια ταινία-θρύλο για την εποχή, αν θυμάμαι καλά μαζί με τη Μαίρη, με το ένα μάτι καρφωμένο στην οθόνη και το άλλο στην κουρτίνα της εισόδου στον εξώστη, μήπως αρχίσει να κουνιέται… 
   

Αν προσθέσει κανείς και τις ελληνικές εκπομπές του BBC, της Deutsche Welle και της Φωνής της Αλήθειας που ακούγαμε καθημερινά, ουσιαστικά δεν κατάφεραν να μας ξεκόψουν από τη γνώση της ζωντανής ιστορίας και της ζωντανής πραγματικότητας. Μόνο που φαινόταν να χωρίζει μια άβυσσος αυτό που ξέραμε με αυτό που κάναμε, αυτό που σκεφτόμαστε με αυτό που λέγαμε δημόσια, αυτό που πιστεύαμε με αυτό που ήμασταν υποχρεωμένες να ανεχόμαστε (;).


Μπορεί να παρακολουθούσαμε την κάθε εξέλιξη στον πόλεμο του Βιετνάμ και να τραγουδούσαμε τα αντιπολεμικά τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν και της Τζόαν Μπαέζ. Ακούγαμε όμως για το διεθνές αντιπολεμικό κίνημα της νεολαίας και των φοιτητών, κι ήταν λες και τα νέα ξεγλιστρούσανε για να μας βρουν κάτω από ένα ατσαλένιο παραπέτασμα. Το καλοκαίρι του 1969 η Αγάπη πέρασε ένα μήνα στο Παρίσι φιλοξενούμενη στην οικογένεια μιας γαλλίδας φοιτήτριας που είχε πάρει μέρος στα γεγονότα και θυμάμαι με τι λαχτάρα ακούγαμε στην επιστροφή της, μαζεμένες όλες μαζί, αυτή την ανταπόκριση από το μέτωπο, έστω και από δεύτερο χέρι. Τραγουδούσαμε μεταξύ μας (τον απαγορευμένο) Θεοδωράκη την ίδια περίοδο που η Αγάπη, η Ισμήνη κι εγώ συμμετείχαμε  στην πρώτη ορχήστρα με το σύστημα Ορφ που συγκρότησε η Ρίκα στο Ηράκλειο, σε μουσικές παραστάσεις στη σκηνή του «Ντορέ». Όταν όμως επιχειρήσαμε να ξεκινήσουμε μια μυστική θεατρική καριέρα, μας περίμενε η καταστροφή.


Αμέσως μετά την απαγόρευση του «ραδιοφωνικού» έργου και με την εμπειρία και τον αέρα που είχαμε αποκτήσει από το εγχείρημα, συλλάβαμε το σχέδιο ν΄ ανεβάσουμε ένα δικής μας επιλογής θεατρικό -  αναγκαστικά σε συνθήκες παρανομίας. Αν επρόκειτο όμως να έχουμε και παράσταση με ακροατήριο, αυτό δε θα μπορούσε να γίνει σε σπίτι. Ο μόνος κατάλληλος – αλλά όχι και διαθέσιμος - χώρος στον οποίο είχαμε πρόσβαση ήταν  το Ωδείο. Ήμασταν όλες οπαδοί του θέατρου του παράλογου που τότε κυριαρχούσε στις διεθνείς σκηνές αλλά είχε έρθει και στην Αθήνα - προσωπικά αγαπούσα περισσότερο τον Αραμπάλ (με γοήτευε το γκροτέσκο στοιχείο στα έργα του), μου άρεσε ο Άλμπι, υποτιμούσα τον (σημαντικότερο όλων) Πίντερ, κρατούσα αποστάσεις από τον Μπέκετ (στην ενήλικη ζωή μου επίσης) και δεν πήγαινα με τίποτα τον Ιονέσκο. Τους διαβάζαμε τότε στις ελληνικές εκδόσεις της Δωδώνης και στις αγγλικές των Penguin, που προμηθευόμουνα ταχυδρομικά από το βιβλιοπωλείο Μπλάκγουελς της Οξφόρδης. Είχα κάνει μέχρι τότε διάφορες απόπειρες να γράψω θεατρικά έργα σε μια τέτοια κατεύθυνση και αποφασίσαμε να ανεβάσουμε το πρώτο που κατάφερα να ολοκληρώσω. Ήταν ένα μονόπρακτο με τρεις χαρακτήρες, όλες κορίτσια (αναγκαστικά), από την υπόθεση του οποίου το μόνο που θυμάμαι σήμερα είναι ότι σε κάποια στιγμή οι δύο έτρωγαν από ένα λουλούδι. Η διανομή συμπεριέλαβε τη Μαίρη, την Αγάπη και μένα, ενώ η Μαρία και η Ισμήνη συμμετείχαν στην παραγωγή και ήταν το ακροατήριο στις πρόβες μας. 


Πρόβες και παράσταση στεγάστηκαν μυστικά στο Ωδείο, πάντα Κυριακές (τη μόνη μέρα που το Ωδείο έμενε έρημο και κλειδαμπαρωμένο), χάρη στο αντίγραφο από το δικό της κλειδί που μας παρέδωσε η Ρίκα - ακόμα σε «καραντίνα», καθώς μετά τις πρόσφατες επισκέψεις της στην Ασφάλεια αρκετός κόσμος έκανε ότι δεν την ήξερε: Προφανώς δεν είχε πειστεί ακόμα για τις ικανότητες μας, στα δεκαπέντε μας πλέον αδιαμφισβήτητες, να τη μπλέκουμε σε καταστάσεις αδιανόητες και μάλλον επικίνδυνες κείνη την εποχή για καθηγήτριες. Τη μεγάλη μέρα της παράστασης, Κυριακή απόγευμα, ερμηνεύσαμε το έργο στο μεγαλύτερο δωμάτιο απέναντι σ΄ ένα ακροατήριο καμιά εικοσαριά ατόμων: Λίγες επιλεγμένες (κυρίως για την ικανότητα τους να κρατούν το στόμα τους κλειστό) συμμαθήτριες, τους συνομήλικους μας  από το Καπετανάκειο με τους οποίους είχαμε συνεργαστεί για την ηχογράφηση του  θεατρικού έργου που απαγορεύτηκε και κάποιους «μεγάλους», που είχε φέρει μαζί της η Ρίκα, ανάμεσα τους κι έναν αμερικανό σκηνοθέτη. Απ’  την παράσταση θυμάμαι μόνο, πέρα από ένα κλίμα επιτυχίας, πόσο τραυματική εμπειρία ήταν το να μασήσεις και να καταπιείς ένα γαρύφαλλο. Και την αγανάκτηση της Μαίρης, που κι ο δικός της ρόλος την είχε υποχρεώσει να κάνει το ίδιο (στην παράσταση το είχαμε αποδώσει απολύτως νατουραλιστικά, στις πρόβες υποκρινόμασταν). Της υποσχέθηκα ότι ποτέ ξανά σε επόμενο έργο μου δε θα υπάρξει ρόλος που ν’  απαιτεί από ηθοποιό να φάει λουλούδια. 


Τώρα πια είχαμε πάρει φόρα κι αποφασίσαμε να περάσουμε στο βαρύ πυροβολικό: Μπρεχτ! Το επόμενο έργο μας θα συμπεριλάμβανε κάποιες από τις αυτοτελείς σκηνές του Τρόμος κι αθλιότητα του Γ’ Ράιχ. Βασικό μας λάθος τ’ ότι αρχίσαμε απ’ τα σκηνικά, καθώς τώρα υπήρχαν σύνθετες σκηνογραφικές προδιαγραφές. Κουβαλήσαμε διπλωμένες δίμετρες κούτες ψυγείων απ’  την αποθήκη του πατέρα μου σε μια άδεια σοφίτα που διέθετε το Ωδείο, τις στήσαμε και, πάντα Κυριακές, αρχίσαμε να δουλεύουμε με την Αγάπη. Είχαμε μετατρέψει ήδη την πρώτη κούτα σε ομοίωμα κλασικού καπιταλιστή (πρότυπο οι καρικατούρες του Γκρος) και είχαμε προχωρήσει στη μετατροπή της δεύτερης σε ένστολο ναζί, όταν – Θεός ξέρει γιατί, εκεί δεν πάταγε ποτέ ψυχή – μια μέρα ανέβηκε μέχρι τη σοφίτα η τότε διευθύντρια του Ωδείου: Ανακάλυψε ένα χαρτονένιο καπιταλιστή φυσικού ύψους, έναν ισοϋψή ναζί και τα σύνεργα για τα υπόλοιπα. Ήταν καλός άνθρωπος, από αστική οικογένεια, αριστερών αποκλίσεων (ο άντρας της, δικηγόρος, ήταν κάποτε υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ) - και πανικόβλητη. Για το Ωδείο και για τον εαυτό της. Δεν έμαθα ποτέ τι είδους εσωτερικές ανακρίσεις διεξήχθησαν, αλλά σύντομα όλα έγιναν φανερά. Δε ακούσαμε πολλά, γιατί ακόμα και το κατσάδιασμα γινόταν ψιθυριστά μήπως και πάρουν χαμπάρι οι απέξω την «εσωτερική μας» υπόθεση, μας ξεκαθάρισαν όμως ότι όχι μόνο θα έπρεπε να ξεχάσουμε τον Μπρεχτ, αλλά και στο εξής ν΄ αφήσουμε το Ωδείο έξω απ’ οποιαδήποτε μελλοντικά μας σχέδια. Η Ρίκα, η οποία μας ζήτησε πίσω το κλειδί μας χωρίς άλλες εξηγήσεις, θα πρέπει ν’  «άκουσε» πολύ περισσότερα από μας. 


37 χρόνια αργότερα, είχα την ιδέα για τη συγκρότηση κι έγραψα τα κείμενα μιας σύνθετης παράστασης λόγου και μουσικής με τίτλο «Σκέφτομαι σημαίνει αλλάζω» αφιερωμένης στα 50 χρόνια από το θάνατο του Μπρεχτ, που ανέβηκε  με επιτυχία στο Θέατρο Ιλίσια στην Αθήνα το Νοέμβριο του 2006. Συνεργάστηκα γι΄ αυτή με πολλούς (μόνο οι επί σκηνής ήμασταν 15, ηθοποιοί, τραγουδιστές και οι νεαροί μουσικοί των μουσικών συνόλων-φοιτητές από το Πολυτεχνείο, τη Γεωπονική και την Καλών Τεχνών, που συμμετείχαν στο κίνημα καταλήψεων των σχολών τους) και αξιόλογους ανθρώπους, πριν απ’  όλα με το συνθέτη Τάσο Καρακατσάνη, που είχε την ευθύνη για τη μουσική επεξεργασία,  και το σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαργιά. Στην πρώτη μας  μάζωξη θυμήθηκα ξαφνικά, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα, τα χαρτονένια ομοιώματα που εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη  από τη σοφίτα του Ωδείου και αισθάνθηκα σαν να φέρναμε σε πέρας, έστω και χωρίς τις φίλες μου, μια δουλειά που είχε ξεκινήσει τότε και είχε μείνει επί δεκαετίες ανολοκλήρωτη…


   Αυτή ήταν η τελευταία χρονιά που είμασταν μαζί και οι πέντε. Από την επόμενη η Αγάπη, που δεν ήταν απλώς η πρώτη μαθήτρια στην τάξη της (κι εγώ ήμουν στη δική μας) αλλά η καλύτερη μαθήτρια που πέρασε ποτέ απ’ το γυμνάσιο μας (τελική βαθμολογία εκείνης της χρονιάς: 20 σ΄ όλα τα μαθήματα, σ΄ ένα μόνο 19) μετοίκησε με την οικογένεια της στην Αθήνα. Κρατήσαμε επαφή, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Λίγο πριν φύγει προλάβαμε και συμμετείχαμε μ’ ένα αφήγημα στον ετήσιο διαγωνισμό του Κάλβου για συγγραφείς μέχρι 35 ετών, με έπαθλο την επιλογή για δημοσίευση στον τόμο της επόμενης χρονιάς, “Διήγημα ΄71” (είχαν προηγηθεί το “Διήγημα ΄69” και το “Διήγημα ΄70”). Συμμετείχαν πολλές δεκάδες απ’  όλη την Ελλάδα, κι οι δυο μας όμως συμπεριληφθήκαμε στους 16 προς δημοσίευση διηγηματογράφους της επόμενης χρονιάς, οι μόνες μαθήτριες: Η Αγάπη με το δικό της όνομα, εγώ με το ψευδώνυμο Αυγή-Ελευθερία Φιλοκτήτη (οι λόγοι επιλογής των  μικρών ονομάτων φανεροί, το “Φιλοκτήτη” το είχα επιλέξει επειδή ακόμα κι όταν οι φίλοι του τον πρόδωσαν, ο Φιλοκτήτης έμεινε μέχρι τέλους πιστός στην υπόθεση τους). Στον ίδιο τόμο διηγημάτων έκαναν την πρώτη δημόσια εμφάνιση τους ορισμένα πολύ γνωστά σήμερα ονόματα στο χώρο της πεζογραφίας. Ήμασταν οι Βενιαμίν της υπόθεσης, αλά είχαμε καλή παρέα!


Αν κι η θεατρική καριέρα μας έληξε τόσο άδοξα, άρχισε να μας περιβάλλει ένας αέρας “ανθρώπων του θεάτρου”… Θυμάμαι πόσο θερμά μας προσκάλεσαν ατομικά να παρακολουθήσουμε τη Βαβυλωνία του Βυζάντιου, παραγωγή του Καπετανάκειου και η μεγαλύτερη θεατρική επιτυχία στην πόλη, που ανέβασαν τα κατά ένα χρόνο μεγαλύτερα μας αγόρια που τότε αποφοιτούσαν. Ανάμεσα τους ο Στέλιος Ορφανός, ο Θεόφιλος Τρουλλινός (απουσιολόγος, στο σπίτι του, με μικρά παιδιά τον ίδιο και την αδερφή του Χαρά, είχε κρυφτεί ο Στέλιος Παπαδομιχελάκης κείνο το Πάσχα του 1967), ο Νίκος Μαρκομιχελάκης, ο Γιάννης Φορτσάκης (είναι το πρόσωπο στο ποίημα μου “10 χρόνια μετά”, στο απόσπασμα με την περιγραφή της περιπλάνησης μας στη νυχτερινή Αθήνα του 1973 με ένα χαφιέ να παρακολουθεί). Θα τους συναντούσαμε όλους δυο χρόνια αργότερα στην Αθήνα και στις γραμμές του φοιτητικού κινήματος, μέλη της Αντι-ΕΦΕΕ και της ΚΝΕ οι τρεις, του “Ρήγα” ο Μαρκομιχελάκης. Το Στέλιο (ο θρυλικός “σοφολογιότατος” της Βαβυλωνίας) τον στρατολόγησα εγώ και μαζί και με τον Αρκάδη Κατσικάκη οικοδομήσαμε μια παράνομη οργάνωση της ΚΝΕ κι ένα κλιμάκιο της Αντι-ΕΦΕΕ. Την τελευταία χρονιά της δικτατορίας θα περνούσαμε επίσης μαζί πέντε μήνες στα μπουντρούμια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών στη Μεσογείων και δύο βδομάδες στις Φυλακές Κορυδαλλού, υπόδικοι του Έκτακτου Στρατοδικείου, μια δίκη που δεν έγινε ποτέ καθώς η κυπριακή τραγωδία και η κατάρρευση της χούντας μας απελευθέρωσαν. Η οργάνωση μας είχε προλάβει να οργανώσει και κάτι “εξωφοιτητικό”: Το καλοκαίρι του 1973 ο Στέλιος μαζί με τον Κωστή Καμπιτάκη, τότε φοιτητή στη Γεωπονική, κατάφεραν με ανοιχτή δράση έξω απ’  το εκλογικό τμήμα του χωριού τους και κάνοντας συνεχώς «ενστάσεις» για την ακολουθούμενη διαδικασία, οι Βούτες να είναι το μοναδικό (;) χωριό στην Ελλάδα που έβγαλε επίσημα πλειοψηφία το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της χούντας! Ολόκληρο το χωριό φυγάδευσε το Στέλιο περνώντας τον σπίτι-σπίτι και παράθυρο-παράθυρο όταν τα στρατιωτικά τζιπ μπλόκαραν το δρόμο για να τους πιάσουν, ολόκληρο το χωριό κινήθηκε απειλητικά να τα πετάξει στο γκρεμό όταν έπιασαν τον Καμπιτάκη – μέχρι να τον αφήσουν…


Μετά τη μετοίκηση της Αγάπης συνεχίσαμε σαν παρέα των τεσσάρων. Άρχισε να επεκτείνεται και ο κύκλος των φίλων: Η Μαρίνα Λασηθιωτάκη, καλή μαθήτρια και με έντονες πολιτικές ανησυχίες, είχε μόλις χάσει τον πατέρα της κι ερχόταν σπίτι γυρεύοντας απαντήσεις σ΄ ερωτήματα που κανείς δε μπορούσε να της δώσει. Η Βαγγελιώ Κασαπάκη, επίσης καλή μαθήτρια, ένα σοβαρό και ντροπαλό κορίτσι, με έντονες οικογενειακές  και οικονομικές δυσκολίες, μόνη στην πόλη. Η Αριστέα Βογγιουδάκη, που συγκατοικήσαμε στο ίδιο θρανίο (τρεις, μαζί με τη Μαίρη) τα έξι χρόνια του γυμνάσιου: Ένα πλάσμα έξω καρδιά - κλείνω τα μάτια κι ακούω το γέλιο της -, με την οικογένεια της να προσπαθεί να ελέγξει απ’  το χωριό ακόμα και τον αέρα που ανάπνεε, η ίδια ακόμα μ΄ ένα άρωμα βουνού και με μια λαχτάρα για ζωή και μια σιδερένια θέληση που ήδη από τότε  διαφαινόταν. Φαρμακοϋπάλληλος, νεαρή χήρα με δυο μικρά κοριτσάκια και χωρίς ιδιαίτερα οικονομικά μέσα, πέρασε δεκαετίες σχεδόν χωρίς να κοιμηθεί, δουλεύοντας διπλοβάρδια σε εφημερεύοντα φαρμακεία για να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα παιδιά της, χωρίς να χάσει το γέλιο της, την καλωσύνη της, τη διάθεση της να βοηθήσει και να στηρίξει όποιον το χρειαζόταν κι έναν απέραντα επιεική κι αισιόδοξο τρόπο αντιμετώπισης των ανθρώπων που την περιβάλλουν. Πέρυσι περπατούσαμε μαζί στους δρόμους του Ηράκλειου και μας σταματούσε συνέχεια κόσμος για να τη χαιρετίσει.  Πώς να μην αισθάνομαι περήφανη για τη φιλία της;



                                Στο μεταίχμιο



Τα δύο τελευταία χρόνια στο Ηράκλειο ήταν, από μια άποψη, και τα πιο δύσκολα. Η αντίθεση ανάμεσα σ΄ αυτό που θέλαμε και σ΄ αυτό που κάναμε είχε γίνει αβυσσαλέα. Τίποτα απ’  ότι μπορούσαμε να κάνουμε μόνες μας δε μας ικανοποιούσε πια. Μας τυραννούσαν διλήμματα. Από τη μια, με διαβατήριο τις σπουδές μας, κάναμε όνειρα φυγής στο μεγάλο κόσμο, μακριά απ’  την Ελλάδα της δικτατορίας και της καταπίεσης. Από την άλλη ξέραμε ότι οι μόνες μορφές αποτελεσματικής αντίστασης θα προέρχονταν από μέσα, ότι το εξωτερικό αποτελούσε ατομική λύση. 


Όταν ο Παπαδόπουλος έγινε και Υπουργός Παιδείας, απηύθυνε ένα διάγγελμα προς τους μαθητές, το οποίο κορνιζαρισμένο αναρτήθηκε σε κάθε τμήμα. Η Μαρία κι εγώ, η καθεμιά μας απουσιολόγος στο δικό της τμήμα, άρα με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από τις περισσότερες μαθήτριες, μείναμε ένα απόγευμα μόνες μας πίσω στο άδειο σχολείο. Περάσαμε από κάθε αίθουσα του, ξεκρεμώντας το καδραρισμένο διάγγελμα, σπάζοντας τις κορνίζες και μαζεύοντας τα χαρτιά στις τσάντες μας. ‘Οταν το επόμενο πρωί μπήκαμε στις αίθουσες, ο τοίχος στο σημείο που κρεμόταν το διάγγελμα ήταν άδειος, τα σπασμένα γυαλιά και κορνίζες είχαν εξαφανιστεί – και κανείς απ’  τους καθηγητές δεν αναφέρθηκε ποτέ στο “χαμένο διάγγελμα”, τότε ή αργότερα! Λίγους μήνες πριν πάρουμε το απολυτήριο γυμνασίου, πάλι, μάζεψαν όλο το σχολείο, μαθήτριες και καθηγητές, στο μεγάλο αμφιθέατρο για ν΄ ακούσουμε τον τότε Διοικητή Κρήτης Γεωργαλά, που μαζί με το Θεόφιλο Παπακωνσταντίνου ήταν οι εγκέφαλοι της χουντικής προπαγάνδας. Μας μίλησε για την “Ελλάδα της Επαναστάσεως”, την παιδεία, τη γλώσσα (ενάντια στη “μαλλιαρή” δημοτική - ο ίδιος, πολύ προσεκτικότερος από τους στρατιωτικούς που όποτε άνοιγαν το στόμα τους έβγαζαν γέλιο, μιλούσε μια ιδιαίτερα “ήπια”  εκδοχή καθαρεύουσας). Στο τέλος, πράγμα που ποτέ δεν είχε μέχρι τότε συμβεί σε οποιονδήποτε από τους τόσους μονόλογους του καθεστώτος στους οποίους επί έξι χρόνια αναγκαστικά παραβρισκόμασταν, κάλεσε όποια μαθήτρια ήθελε να πάρει το λόγο. Σήκωσα αυθόρμητα το χέρι μου και υπερασπίστηκα τη δημοτική. Ήταν ο πρώτος «δημόσιος» λόγος μου,  και μου απάντησε σχετικά ήπια, κατακεραυνώνοντας και πάλι τη «μαλλιαρή». Για βδομάδες μαθήτριες και καθηγητές με χαιρετούσαν με γελάκια…  
   

 Λίγο αργότερα μέσω ενός παιδικού μου φίλου, του Κωστή Μηλολιδάκη, απέκτησα επαφές με μια παρέα μαθητών του Καπετανάκειου, ένα χρόνο μικρότερους από μένα. Ανάμεσα τους ο Γιάννης Βενέρης, ο Αρκάδης Κατσικάκης, ο Θοδωρής Μανούσακας. Συγκεντρώνονταν για να διαβάσουν στο αμπέλι των γονέων ενός απ’  αυτούς στον Άι-Γιάννη. Δεν ήταν οργανωμένοι, αλλά διατηρούσαν επαφή μ΄ ένα πυρήνα της ΚΝΕ στην Αθήνα, που τους εφοδίαζε με παράνομα έντυπα. Από ένα παρακλάδι αυτής της επαφής βρέθηκε και η άκρη, μέσω της οποίας στα 18 μου, αρχές Φλεβάρη 1973  στην Αθήνα, οργανώθηκα αρχικά στην Αντι-ΕΦΕΕ και λίγο αργότερα στην ΚΝΕ. Ο Αρκάδης, που τον στρατολόγησα στη συνέχεια, ήταν ο τρίτος άνθρωπος, μετά το Στέλιο, στο Γραφείο του πυρήνα της ΚΝΕ που είχαμε συγκροτήσει. Την ίδια περίοδο η καθεμιά απ’  την παρέα των πέντε αποκτούσε σχέσεις με το παράνομο ή το, και μαζικών μορφών, πλέον, φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα και παράλληλα τραβούσε το δικό της δρόμο.


Και οι δύο Μαρίες έγιναν γιατροί. Η Μαίρη Βασιλάκη είναι σήμερα διευθύντρια ογκολογικής κλινικής. Η Μαρία Ταμιωλάκη είναι διευθύντρια εντατικής μονάδας παίδων. Η Αγάπη και η Ισμήνη έγιναν νομικοί. Η Αγάπη Χαλκιαδάκη-Γαλενιανού είναι σήμερα δικαστής, εφέτης Διοικητικής Δικαιοσύνης. Η Ισμήνη Κριάρη είναι καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η Ρίκα Δεληγιαννάκη υπήρξε για πολλά χρόνια διευθύντρια του Ωδείου. Συνθέσεις της κυκλοφορούν σε βιβλία, σ΄ ένα δίσκο και σε CD. Σε ένα από τα βιβλία της με παρτιτούρες, που κυκλοφόρησε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, αφιέρωσε μια μουσική της σύνθεση στην Αγάπη, την Ισμήνη και μένα. Κι ο Μπρεχτ; Ποιος να το ‘λεγε τότε πως τελικά θα βρισκόμουν «μπρεχτολόγος»! Το 2007, στο πλαίσιο των αφιερωμάτων για τα 50 χρόνια από το θάνατο του, ο Δήμος Ηρακλείου παρουσίασε μια έκθεση για το ανέβασμα των έργων του Μπρεχτ στις ελληνικές σκηνές κατά τον τελευταίο μισό αιώνα (η απόπειρα στο Ωδείο δε συμπεριλαμβανόταν!) και τη μουσική παράσταση-διάλεξη για τους δύο σημαντικότερους συνθέτες του, Κουρτ Βάιλ και Χανς Άισλερ, “Έρευνα για το αν ο άνθρωπος τον άνθρωπο βοηθά”, μια συνεργασία με τον βαρύτονο Κωστή Ρασιδάκι, τη σοπράνο Μαριμέλ Χρύση και τον πιανίστα Ντέιβιντ Μακλάρκιν, σε δικά μου κείμενα.  Ελπίζουμε ότι  φέτος, το Σεπτέμβρη του 2007, θ΄ ανεβάσουμε στην Όαση το “Σκέφτομαι σημαίνει αλλάζω” με ολόκληρη την πολυπρόσωπη “ομάδα του Μπρεχτ”. Το σημερινό Ηράκλειο είναι, προφανώς, πολύ διαφορετικό από το Ηράκλειο των εφηβικών μας χρόνων. Ωστόσο, σαν κάτι πέρα απ’  τις δυνάμεις μας, ας μας επιτραπεί να θεωρούμε εκείνο το παλιό, μίζερο Ηράκλειο δυο φορές πατρίδα μας, ενώ το σημερινό μια φορά μόνο.





                                          Μάιος 2007




Δυο Μαρίες, μια αγάπη, μια Ισμήνη, η Ρίκα, ο Μπρεχτ και το θέατρο του παραλόγου (10.2007) Δυο Μαρίες, μια αγάπη, μια Ισμήνη, η Ρίκα, ο Μπρεχτ και το θέατρο του παραλόγου (10.2007) Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 5:07:00 μ.μ. Rating: 5