26/02/2026 - Σε γραπτή μορφή, οι 4 ομιλίες στην παρουσίαση του βιβλίου της Ν. Βαλαβάνη "Θ. Ν." στον Φ.Σ. "Παρνασσός"

 Σε γραπτή μορφή, οι 4 ομιλίες στην παρουσίαση του βιβλίου της Νάντιας Βαλαβάνη στον Φ. Σ. "Παρνασσός" στις 26/02/2026. Οι ομιλίες παρατίθενται με τη σειρά που έγιναν.


Βαγγέλης Καραμανωλάκης

(η ομιλία του σε προφορική μορφή)

 

Καθηγητής Ιστορίας ΕΚΠΑ

Πρόεδρος του Δ.Σ. των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας

 

 

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

 

θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω θερμά τη συγγραφέα και τις εκδόσεις Τόπος για την τιμητική αυτή πρόσκληση που μου δίνει τη δυνατότητα να είμαι σήμερα εδώ ανάμεσα σε πολλές και πολλούς πρωταγωνιστές των γεγονότων για τα οποία θα μιλήσουμε. Είμαι πολύ χαρούμενος που θα μιλήσω για αυτό το σπουδαίο βιβλίο, και το εννοώ, μια πολύ ωραία μαρτυρία, ένα τεράστιο αφηγηματικό ποτάμι, με πολλούς παραπόταμους που βγάζουν σε εύφορα παράλια

Το βιβλίο της Νάντιας Βαλαβάνη έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά μαρτυριών που έχουν εκδοθεί για το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, μια σειρά που ξεκίνησε από την επόμενη ημέρα της πτώσης του καθεστώτος και συνεχίζεται ως σήμερα. Μια βιβλιογραφική παραγωγή, η οποία έχει  ήδη αποδώσει πλούσιους καρπούς· οι μαρτυρίες για το φοιτητικό κίνημα συγκροτούν ένα σώμα που υπερτερεί αισθητά, συγκριτικά με τις άλλες πηγές που διαθέτουμε τόσο για το αντιδικτατορικό κίνημα, όσο και γενικότερα για την περίοδο της δικτατορίας.  Μια παραγωγή που εμπλουτίζεται ακόμη και σήμερα, όπως αποτυπώνεται και στις τελευταίες εκδόσεις συνδεδεμένες με την επέτειο των 50 χρόνων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία όπως σημειώνει και η ίδια η Βαλαβάνη αποτέλεσε έναυσμα για τη συγγραφή του βιβλίου.

Τι είναι το καινούργιο και το διαφορετικό που φέρνει το βιβλίο της Βαλαβάνη; Καταρχάς και το σημειώνω είναι μια από τις ελάχιστες αυτοτελείς μαρτυρίες γυναικών που διαθέτουμε για το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Κατά δεύτερο λόγο δεν αφορά συνολικά το φοιτητικό κίνημα και τη συμμετοχή της, αλλά επικεντρώνεται στην εμπειρία της απο ένα συγκεκριμένο γεγονός, στο «χτύπημα του Φλεβάρη του 1974», όταν η Γενική Ασφάλεια Αθηνών συνέλαβε εκατοντάδες νέους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, επιχειρώντας να εξαρθρώσει τους παράνομους μηχανισμούς του ΚΚΕ και της ΚΝΕ/ΑντιΕΦΕΕ. Μετά από μήνες απομόνωσης και βασανιστηρίων 41 από τους συλληφθέντες παραπεμφθήκαν τον Ιούλιο στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών και προφυλακίστηκαν στον Κορυδαλλό, ως την πτώση της χούντας. Το βιβλίο αποτελεί μια μοναδική αναλυτική μαρτυρία των γεγονότων της σύλληψης αλλά και της κράτησης της Βαλαβάνη και σε μεγάλο βαθμό και συντρόφων της σε όλο αυτό το διάστημα. Ελπίζω ότι στο δεύτερο τόμο του βιβλίου θα καταγραφεί η συνολική μαρτυρία της για τη συμμετοχή της στο φοιτητικό κίνημα.

Η επικέντρωση του βιβλίου στην περίοδο της κράτησης και των βασανισμών το εντάσσει σε μια ομάδα εκδόσεων όπως οι Ανθρωποφύλακες, η μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση, την οποία είχε διαβάσει η Βαλαβάνη πριν συλληφθεί, το Μπουμπουλίνας 18 της Κίττυς Αρσένη, οι δέκα ένορκες καταθέσεις βασανισθέντων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Αμερικάνου δικηγόρου και απεσταλμένου της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ελλάδα το 1968, Τζέιμς Μπέκετ, Βαρβαρότητα στην Ελλάδα, 1967-1969 (πρώτη έκδοση στα αγγλικά, 1970), το 111 Μέρες στην ΕΣΑ του Αναστάσιου Μήνη, κείμενα, όλα, που γράφτηκαν στην περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος καταγγέλλοντας τη βία του και περιγράφοντας τις συνθήκες εγκλεισμού. Πρόκειται για μια θεματική που συνεχίζει ακόμη να αποδίδει καρπούς, θυμίζω το παλιότερο βιβλίο του Γιάννη Σεργόπουλου, το 2019 και το πιο πρόσφατο του Δημήτρη Σερεμέτη και τα δυο για το ΕΑΤ-ΕΣΑ, δυο νέοι κρίκοι σε  μια αλυσίδα  περιγραφής της  βαρβαρότητας και του αυταρχισμού.

Γραμμένο 50 χρόνια μετά, το βιβλίο κουβαλάει την επίγνωση αυτών που ακολούθησαν: την ατιμωρησία των περισσότερων από τους βασανιστές, την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, τις μείζονες αλλαγές στη ζωή των ηρώων του και της ίδιας της Βαλαβάνη. Αν η απόσταση σβήνει ενδεχομένως κάποιες από τις αναμνήσεις, παράλληλα επιτρέπει στη συγγραφέα να υιοθετήσει ένα στυλ αφήγησης διόλου ηρωικό, αντίθετα αναστοχαστικό και συχνά με πολύ χιούμορ. Η απόσταση, επίσης, της επιτρέπει να μιλήσει αναλυτικά για τα βασανιστήρια, τις επιπτώσεις στο σώμα της, τον εγκλεισμό, την απομόνωση. Διανθίζει την ιστορία της με άλλες ιστορίες, όπως εκείνη του Θόδωρου Βενάρδου, του ληστή με τις γλαδιόλες, και της αδελφής του, με τους οποίους ήταν συγκρατούμενοι, θέμα που  νομίζω δύσκολα θα έβρισκε τη θέση του στις σελίδες ενός τέτοιου βιβλίου 30-40 χρόνια πριν. 

Το βιβλίο της Βαλαβάνη λειτουργεί ως ένα ηχείο που μεταφέρει τη δική της φωνή, αλλά και τις φωνές πολλών άλλων. Όπως κάθε μαρτυρία, ρητά ή υπόρρητα συνομιλεί με τις γραπτές μαρτυρίες που έχουν ήδη κατατεθεί για τα γεγονότα. Η ίδια, όμως μεταφέρει ακόμη τις φωνές πολλών άλλων  συλληφθέντων ή αντιστασιακών είτε με τα δικά τους λόγια, είτε αφηγούμενη τις ιστορίες τους. Σκιαγραφεί έναν ολόκληρο κόσμο αντιστασιακών όχι μόνο από την ΑντιΕΦΕΕ αλλά και από άλλες οργανώνεις και χώρους,  από τον Βασίλη Καραπλή στη Νανά Καλλιανέση.  Παράλληλα διασταυρώνει τη μνήμη της και την αφήγησή της με μια σειρά από αρχειακά τεκμήρια γύρω από την υπόθεση της σύλληψής της, όπως ο δικαστικός φάκελος της υπόθεσης, έγγραφα από το Foreign Office ή τη Λίγκα για τη Δημοκρατία, κυρίως όμως ο ατομικός της φάκελος της Ασφάλειας, από τον οποίον παραθέτει πολλά τεκμήρια. Σημειώνω ότι ο φάκελος της Νάντιας Βαλαβάνη είναι ένας από τους ελάχιστους που έχουν σωθεί, το λέω μετά λόγου γνώσης, και αφορούν στελέχη του φοιτητικού αντιδικτατορικού αγώνα. Έτσι, κι αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, το βιβλίο δεν αποτελεί όπως κάθε αυτοβιογραφικό κείμενο μόνο έναν διάλογο με τις ιστορικές καταγραφές ή κυρίως τις κατατεθειμένες αναμνήσεις των ανθρώπων,   αλλά συγκροτεί ένα σημείο συνάντησης της προσωπικής μαρτυρίας με τα τεκμήρια των κατασταλτικών μηχανισμών. Με τη χρήση των μαρτυριών και των τεκμηρίων, η Βαλαβάνη γίνεται από μάρτυρας ιστορικός των όσων έχει ζήσει.

Και εδώ επιτρέψτε μου και ένα προσωπικό σχόλιο συνδεδεμένο με τον ατομικό  φάκελο της συγγραφέως. Aν κάτι μας δείχνει η Νάντια Βαλαβάνη με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων είναι ακριβώς το πόσο χρήσιμοι θα μπορούσαν να είναι ως τεκμηριωτικό υλικό, αλλά και ως πηγή. Μια πηγή, η οποία θα μπορούσε να μας προσφέρει μοναδικές πληροφορίες όχι μόνο για αυτούς που παρακολουθούνταν αλλά κυρίως για αυτούς που παρακολουθούσαν. Το ψυχογράφημα που ετοιμάζει ο βασανιστής Γκάνος για την Βαλαβάνη, λέει πιο πολλά για κείνον και την ιδεολογία του ή τη νοοτροπία του παρά για την κρατούμενή του. Ας το πω διαφορετικά. To βιβλίο της Νάντιας χάρη στα τεκμήρια αλλά και στον τρόπο που η ίδια σκιαγραφεί τις προσωπικότητες των ανακριτών και βασανιστών της αποτελεί ένα μοναδικό τεκμήριο όχι μόνο του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος αλλά της καταστολής του και των διωκτικών μηχανισμών που την είχαν αναλάβει· ένα μοναδικό τεκμήριο για να σκεφτούμε την ιστορία της καταστολής στη χώρα μας και αυτόν τον τεράστιο μηχανισμό βασανισμού και καταστολής που έδρασε στην περίοδο της δικτατορίας. Ή για να είμαστε ακριβείς αποθρασύνθηκε στα χρόνια της δικτατορίας με τις εντολές του στρατιωτικού καθεστώτος. Σε πρόσφατη έκδοση η χούντα χαρακτηρίζεται ως μια αεροπειρατεία, όπου μια ομάδα στρατιωτικών κατέλαβε  τη χώρα, το σκάφος, εκτρέποντας το από την πορεία του. Διαβάζοντας το βιβλίο της Νάντιας, όπου παρατίθενται ονόματα όπως εκείνα του Καραπαναγιώτη, του Κραββαρίτη ή του Μάλλιου, πρόσωπα τα οποία συναντώ στους φακέλους από τη δεκαετία του ΄50 να είναι νεαρά στελέχη της Ασφάλειας που λειτουργούσαν ως στυλοβάτες του προηγούμενου καθεστώτος, καταλαβαίνει κανείς ότι μόνο αεροπειρατεία δεν ήταν. Οι βασανιστές υπήρξαν προϊόντα ενός μηχανισμού που συγκροτήθηκε στην μεταπολεμική Ελλάδα με την ανοχή ή και την επίνευση του κράτους.  Αν οι βασανιστές ήταν συγκεκριμένοι, ο μηχανισμός που τους παρήγαγε ήταν ένας μηχανισμός  που σφράγισε τα σώματα ασφαλείας, αλλά και όλον εκείνο τον κόσμο που συνεργάστηκε μαζί τους. Κι αν επιμένω σε αυτό είναι όχι μόνο γιατί ο κόσμος αυτός δεν ήταν περιορισμένος, αντίθετα πρόκειται για ένα τεράστιο πολυπλόκαμο μηχανισμό στον οποίον στη μεταπολεμική Ελλάδα ενεπλάκησαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Αλλά και γιατί ο μηχανισμός αυτός που δεν εκκαθαρίστηκε ποτέ, όπως αποτυπώνεται και στα σχόλια της Βαλαβάνη για τις δίκες των βασανιστών, συνέχισε σε μεγάλο βαθμό αλώβητος, διατρέχοντας όλη τη Μεταπολίτευση. 

Το βιβλίο της Νάντιας Βαλαβάνη μας μεταφέρει σε μια περίοδο που ακόμη δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, αναφέρομαι στους λίγους κομβικούς μήνες που συνδέθηκαν με την άνοδο της χούντας του Ιωαννίδη και την σύντομη πτώση της. Εάν για μας σήμερα αποτελεί μια σύντομη «παρένθεση», για τους νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες που μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου βρέθηκαν στην παρανομία και στη συνέχεια στη φυλακή αποτέλεσε μια «αιωνιότητα». Η εμπειρία της Νάντιας Βαλαβάνη, καθώς και των συντρόφων της στη φυλακή και στην απομόνωση ήταν μια εμπειρία που βιώθηκε μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Ήταν όπως μας δείχνει το βιβλίο, ένας πολύ πυκνός χρόνος, μια βαθιά μετασχηματιστική εμπειρία για νέους ανθρώπους που στήριξαν την αντοχή τους στην πίστη τους στα ιδανικά τους, αλλά κυρίως στους δεσμούς ανάμεσά τους. Και αν κάτι σε εντυπωσιάζει διαβάζοντας το συγκεκριμένο κείμενο είναι ότι ενώ μιλάει για την απομόνωση, τη βία και τη σκληρή μοναξιά του κελιού, στην πραγματικότητα αποπνέει συλλογικότητα και συντροφικότητα. Όχι μόνο γιατί η ηρωίδα του έχει μαζί στην απομόνωση τα τραγούδια ή τα ποιήματα της. Αλλά και γιατί σε κάθε στιγμή της εμπειρίας της συνομιλεί με έναν ολόκληρο κόσμο. Με εκείνους που είναι δίπλα της και βασανίζονται, με τα χτυπήματα στους τοίχους, τα τραγούδια, τα σημειώματα.  Αλλά και με όλους και όλες εκείνους και εκείνες που λείπουν σωματικά, αλλά είναι παρόντες και παρούσες στη σκέψη της. Με εκείνους συνεννοείται, πραγματικά και νοερά, σε εκείνους δίνει λόγο, απόρροια μιας σχέσης που συνεχίζει ακόμη να υφίσταται ενεργή και που σφυρηλατήθηκε μέσα από όλα αυτά. Με αυτούς και αυτές μοιράζεται την ίδια κοινή πίστη των αρκτικόλεξων της φυλακής που αποτελούν και τον τίτλο του βιβλίου: ΘΝ (θα νικήσουμε).

Είναι για μένα άξιο απορίας το γεγονός ότι 50 χρόνια και μετά την πτώση του χουντικού καθεστώτος δεν έχουμε αναλυτικές μελέτες για τις οργανώσεις που βρέθηκαν απέναντί του, όπως η ΑντιΕΦΕΕ ήο Ρήγας Φεραίος και από την άλλη πλευρά η Δημοκρατική Άμυνα ή οι ΔΕΑ. Δεν είμαστε βέβαιοι καν για τη σύνθεσή τους. Η Βαλαβάνη στο βιβλίο της διασώζει ένα σημαντικό αριθμό ονομάτων και πράξεων στελεχών του αντιδικτατορικού αγώνα. Συγκροτεί ένα εικονοστάσι των στελεχών κυρίως του νεανικού αντιδικτατορικού κινήματος, ένα εικονοστάσι που ακόμη δεν έχει φωτιστεί από τα κεριά των ιστορικών. Ξέρετε, ακούγοντας τα τελευταία χρόνια τη Νάντια Βαλαβάνη να επισημαίνει ότι δεν βρέθηκαν ιστορικοί να καταγράψουν τις μαρτυρίες συντρόφων της, σκεφτόμουν ότι υπερέβαλε, οι άνθρωποι που ονομάζουμε γενιά του Πολυτεχνείου έχουν καταθέσει πολλαπλά τις μαρτυρίες τους, έχουν μιλήσει και γράψει. Από την άλλη μεριά διαβάζοντας τώρα τη μαρτυρία της σκεφτόμουν πόσους και πόσες δεν ήξερα, πόσο σημαντικό είναι να καταγράψουμε και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε τώρα στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστήμιου, τη φωνή τους και τις εμπειρίες τους.

Εν τέλει; Τι νόημα έχουν μαρτυρίες όπως αυτή της Βαλαβάνη για ένα μακρινό πια παρελθόν, πέραν των ιστορικών ή των πρώην συντρόφων της; Τι νόημα έχουν την ώρα που η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ δημιουργεί τη «νέα τάξη πραγμάτων» και η ακροδεξιά επελαύνει σε όλο τον κόσμο; Σκέφτομαι ότι τώρα ίσως έχουν ένα μεγαλύτερο νόημα. Γιατί μας υπενθυμίζουν έναν κόσμο αντίστασης και αγώνα σε δύσκολες συνθήκες, έναν κόσμο που τα ιδανικά του ενέπνευσαν νεαρά κορίτσια κι αγόρια να αντέξουν φριχτά βασανιστήρια, να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και κυρίως την ελπίδα τους ότι θα νικήσουν. Δεν είναι λίγο.


10.jpg




Μαρία Αποστολά

Διερμηνέας & μεταφράστρια
Πρώην συγκρατούμενη


Με την Νάντια Βαλαβάνη βρεθήκαμε για πρώτη φορά στις αρχές Ιούλη 1974 στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, πτέρυγα πολιτικών κρατουμένων, ύστερα από δίμηνη σχεδόν «συγκατοίκησή» μας στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών, Μεσογείων, χωρίς να γνωριζόμαστε, γιατί προερχόμαστε από διαφορετικούς αγωνιστικούς τομείς της ίδιας υπόθεσης -  του μεγάλου, δηλ., χτυπήματος του ΚΚΕ τον Φλεβάρη του 1974.

Η Νάντια ήταν η πιο μικρή μας συγκρατούμενη, ούτε καν 20 τότε, αλλά η ηλικία ήταν αντιστρόφως ανάλογη του σθένους της, της γενναιότητας, της συντροφικής συμπεριφοράς και της ευρυμάθειας, χαρακτηριστικά που προϊδέαζαν ήδη από τότε για την μετέπειτα αγωνιστική, πολιτική και συγγραφική της πορεία.

Για το τελευταίο της βιβλίο, το  Θ.Ν. εγώ θα μιλήσω όχι ως βιβλιοκριτικός ή ιστορικός, που βέβαια δεν είμαι, αλλά ως απλή  αναγνώστρια, που έζησε όμως την 7χρονη χούντα από την πλευρά του Αντιδικτατορικού Αγώνα, σχεδόν εξαρχής, μέσα από τις γραμμές του Ρήγα Φεραίου στην  αρχή και στη συνέχεια της ΚΝΕ και του ΚΚΕ.

Το βιβλίο της Νάντιας διαθέτει το πρωτότυπο χαρακτηριστικό, να δίνει το πνεύμα που το διέπει από το εξώφυλλο κιόλας, από τον τίτλο του, μέσα σε δύο γράμματα, «Θ.Ν.» - δηλαδή, θα νικήσουμε: Τα δύο γράμματα, που αποτελούσαν το δικό μας αρκτικόλεξο, των κρατουμένων της Ασφάλειας, δηλ.  στην επικοινωνία μας, για όσους ήταν δυνατόν, μέσα από τους ενδιάμεσους τοίχους των κελιών μας. Και το πνεύμα αυτό είναι αισιόδοξο.  Και ήταν και τότε που γινότανε, είναι και τώρα που γράφεται, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τον καθένα! Απελευθέρωση από τις φυλακές, πτώση της Χούντας,  δημιουργίας μιας ελεύθερης, ανεξάρτητης  και δημοκρατικής Ελλάδας, προσωπική πρόοδο, δικαιότερη κοινωνία, Σοσιαλισμό. Κι ήταν   τόσο εμψυχωτικό να το στέλνεις και να το παίρνεις, γιατί ήταν η έκφραση της  ίδιας της  πίστης μας.

Το βιβλίο της Νάντιας δεν είναι μόνο μια μαρτυρία όσων απάνθρωπων πέρασε κατά την διάρκεια της κράτησης της η ίδια και όσων γνωρίζει για τους άλλους συγκρατούμενους της. Δεν είναι ακόμα ούτε  μόνο  ένα χρονικό μιας συγκεκριμένης περιόδου, των τελευταίων πέντε μηνών της Χούντας, κατά την οποία εκατοντάδες  μέλη και στελέχη της ΑΝΤΙ-ΕΦΕΕ, της ΚΝΕ και του ΚΚΕ πέρασαν για ανάκριση από τα κρατητήριά της, εκ των οποίων τελικά σαρανταένας παραπέμφθηκαν σε δίκη  τον Σεπτέμβριο του 1974 και προφυλακίστηκαν, ενώ άλλοι 59 κατηγορούνταν ασύλληπτοι.

Το βιβλίο «Θ.Ν.» είναι, κατά την άποψή μου, εκτός των παραπάνω και μια έρευνα – μελέτη για τα συγκεκριμένα συμβάντα, γιατί η Νάντια τεκμηριώνει με σωρεία ντοκουμέντων καθετί που παραθέτει, είτε αυτό αφορά σε περιγραφή προσώπων   (αγωνιστών, βασανιστών, παρακείμενων), είτε αφορά σε επίσημα έγγραφα (Ασφάλειας, Στρατοδικείου κλπ), είτε αποσπάσματα εφημερίδων της εποχής, είτε σε προσωπικές συνεντεύξεις, ντοκουμέντα διεθνούς αλληλεγγύης, φωτογραφίες, χειρόγραφα σημειώματα, κ.ά. Είναι τόσο πλούσια και λεπτομερής  η παράθεση αυτών των τεκμηρίων, ώστε δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτά που περιγράφονται δεν συνέβησαν. Και αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα.

Αυτό, όμως, που δίνει σε  ένα τέτοιου είδους  βιβλίο έναν ξεχωριστό τόνο, μια ξεχωριστή χροιά, είναι κάποια εμβόλιμα κείμενα και σημειώσεις του, ειδικά όταν αναφέρονται σε αγωνιστές άλλων πολιτικών χώρων, όπως π.χ. την Μαργαρίτα Γιαραλή του ΚΚΕ εσωτ., το ζευγάρι των αναρχικών Καραπλή και Καμπιώτου, την τριάδα των Κουτσουμπών του Επαναστατικού Εργατικού Κόμματος, για την αγωνιστική δράση των οποίων η Νάντια μιλάει με σεβασμό και θαυμασμό, χωρίς καμμιά πολιτική μεμψιμοιρία και, όπως πάντα, με κάθε λεπτομέρεια.

Αυτές οι παρενθέσεις διαφοροποιούν ακόμα περισσότερο τον χαρακτήρα του βιβλίου, όταν αναφέρονται σε άλλα θέματα, που πάνω τους σκοντάφτει η Νάντια, καθώς ξετυλίγει την αφήγηση των γεγονότων κι είναι σαν να ανοίγει μεγάλα παράθυρα που μπάζουν μέσα φως, αέρα και ακούσματα αλλιώτικα. Όπως π.χ. η ιστορία του Βενάρδου, του ληστή με τις γλαδιόλες, και της αδελφής του, συγκρατούμενοί μας κι οι δύο στην Ασφάλεια και στον Κορυδαλλό αντίστοιχα ή όπως η σιδηροδρομική σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρώπη εκείνη την εποχή ή όπως η ιστορία της Σχολής Αναβρύτων κ.ά. Όλα αυτά τα ποικίλα θέματα ελαφραίνουν την ψυχή του αναγνώστη από το ψυχοπλάκωμα που του δημιουργεί ο ζόφος της περιόδου αυτής.

Το βιβλίο προσπαθεί επίσης να μην αφήνει απορίες για την πορεία των προσώπων που αναφέρει (αγωνιστών, βασανιστών και άλλων), ακολουθώντας τους περισσότερους στην μετέπειτα ζωή τους μέχρι τέλους, αφού έχουμε σχηματίσει πια πληρέστερη άποψη για αυτούς.

Με όλα αυτά, δημιουργεί μια μεγάλη ταπισερί διαφορετικών εικόνων της ζωής στην Ελλάδα  εκείνης της εποχής, που γνωρίζουμε εμείς οι παλιοί και μαθαίνουν οι νεότεροι που θα διαβάσουν αυτό το βιβλίο, το οποίο απευθύνεται στο μυαλό, ακουμπώντας ταυτόχρονα στην καρδιά του αναγνώστη.

Επιτρέψτε μου εδώ μια συμπληρωματική μαρτυρία, επειδή το βιβλίο δεν αναφέρεται σχετικά στις συνθήκες κράτησης και ανάκρισης στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, προφανώς γιατί δεν έχει πληροφόρηση.

Εγώ από την άλλη, που είμαι ζωντανή μάρτυρας των όσων συνέβαιναν εκεί, είχα μέχρι πριν από λίγο καιρό την άποψη ότι οι αγωνιστές δεν χρειάζονται την δημοσιότητα. Γι’ αυτό και έδωσα μόνον τηλεγραφικές πληροφορίες της αγωνιστικής μου πορείας στον συναγωνιστή μας Λάμπρο Τόκα, που έκανε την πρώτη σοβαρή αξιόλογη προσπάθεια πριν από 12 χρόνια να εκδώσει το βιβλίο «Τα παιδιά του Φλεβάρη».

Βλέποντας, όμως, την ενορχηστρωμένη  προσπάθεια που γίνεται, όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως, να αναθεωρηθεί η ιστορία και να πειστούμε ότι αυτά που ζήσαμε δεν τα ζήσαμε ή δεν ήταν ακριβώς έτσι, σκέφτηκα να αξιοποιήσω την παρουσίαση αυτού του βιβλίου για να συμπληρωθεί το κομμάτι που λείπει.

Ο άντρας μου, Θανάσης Αποστολάς, κι εγώ πιαστήκαμε πολύ αργότερα, στις 11 Μαρτίου του ’74, και προσαχθήκαμε στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, επειδή  εκείνος ήταν στρατιώτης.

Ο χώρος των κρατητηρίων του ΕΑΤ ήταν τότε ένα παμπάλαιο κτίριο, εντός του στρατοπέδου,  υπερυψωμένο, με μεγάλη πλατιά σκάλα εισόδου, αυτό που ανακαινίστηκε, διαμορφώθηκε και στεγάζει σήμερα τον Σύλλογό μας, των Εξορισθέντων και Φυλακισθέντων Αντιδικτατορικών, τον γνωστό μας ΣΦΕΑ ‘67-‘74.

Τα κελιά του ΕΑΤ ήταν δύο ειδών: Τα τέσσερα, νομίζω, που αποτελούσαν και τους χώρους βασανιστηρίων, ψηλοτάβανα, με μαύρη λαδομπογιά στο κάτω μέρος του τοίχου κι ένα βρώμικο άσπρο χρώμα μέχρι το ταβάνι, έναν μικρό φεγγίτη ψηλά, που έμπαζε νερά όταν έβρεχε - κι έβρεχε τότε -, που έκαναν λιμνούλες στο παλιό χαλασμένο βρώμικο μωσαϊκό. Όλο εντελώς άδειο μ’ έναν γλόμπο να κρέμεται στη μέση. Παγωμένο και παγερό.  Πουθενά να σταθείς και ν’ ακουμπήσεις από τη βρώμα και την παγωνιά. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση.

Η δεύτερη εντύπωση είναι τρόμος από τους συνεχείς έντονους θορύβους: ανοιγόκλεισμα πορτών, φωνές, βρισιές, ουρλιαχτά, όλα ενισχυμένης έντασης λόγω της αντήχησης των μεγάλων άδειων χώρων. Και το παραθυράκι της επιτήρησης  ν’ ανοιγοκλείνει συνέχεια.

Τρίτη εντύπωση:  Φόβος μέσω της αγωνίας για το άγνωστο επερχόμενο και κυρίως για την τύχη του συντρόφου σου, που εντείνεται από τις πολλές ώρες ορθοστασίας χωρίς φαγητό και νερό μέχρι να σε μεταφέρουν στο γραφείο του ταγματάρχη-ανακριτή σε άλλο κτίριο για την πρώτη ανάκριση.

Οι ανακρίσεις  γίνονται στο γραφείο, γίνονται «πολιτισμένα»: σοβαρά, χωρίς φωνές, με λογικά επιχειρήματα και μεθοδευμένες ερωτήσεις. Στόχος: το ψυχολογικό σπάσιμο. Κι όταν τελειώνει η κάθε ανάκριση, η γνωστή «επωδός»: Αφού δεν μιλάς, θα μιλήσουν οι στρατονόμοι.

«Στρατονόμοι» είναι ο ευφημισμός για τους γνωστούς μας ΕΣΑτζήδες. Κάτι γομάρια, 2 μέτρα το καθένα, απίστευτης μυϊκής δύναμης, εκπαιδευμένοι οι ίδιοι δια βασανισμού, ώστε να γίνουν αδίσταχτα απάνθρωποι. Σε γυρνούν στο κελί σου μετά την ανάκριση κι αρχίζει το πανηγύρι. Είναι 2 ή 3 ή και περισσότεροι, διαφέρει  κάθε φορά. Βαράνε αδιακρίτως όπου βρουν, αλλά αγαπημένο τους παιχνίδι είναι το βόλεϊ με το κεφάλι σου. Κάποια στιγμή φεύγουν, επιτηρώντας όμως συνεχώς την ορθοστασία στην οποία σε εξαναγκάζουν. Κι αυτό μπορεί  να κρατήσει και 2 και 3 και 4 μερόνυχτα. Τόσα μπόρεσα να μετρήσω.

Εν τω μεταξύ, από κάποιο διπλανό κελί ακούγεται ένα ίδιο πανηγύρι, απλά μέσα από τα χοντρά ντουβάρια δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τη  φωνή του βασανιζόμενου. Και παραλύεις περισσότερο ακούγοντας παρά υποφέροντας το δικό σου βάσανο. Δυο ή τρεις φορές νομίζεις ότι πρόκειται για το τελικό χτύπημα: «Άστον ρε μαλάκα, ψόφησε, δεν βλέπεις;» - κι ύστερα σιωπή. Αλήθεια ή θέατρο; Κι αν ναι, ποιος είναι; Μήπως ο δικός σου; Τρελαίνεσαι από την σκέψη.

Όταν τελειώσει η δόση της ορθοστασίας, αϋπνίας, αφαγίας, αποσίας, φέρνουν ένα σιδερένιο σωμιέ και φαγητό από το στρατόπεδο, όσπρια, πατάτες και τέτοια. Ξεκουράζεσαι 2-3 ημέρες και ξανά από την αρχή, επανάληψη της ανακριτικής διαδικασίας.

Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ είσαι σε πλήρη απομόνωση. Ούτε πρόσβαση σε κυλικείο για καφέ και τσιγάρα, ούτε φαγητό από το σπίτι, ούτε κανενός είδους επικοινωνία με άλλους κρατούμενους, το βλέμμα σου δεν πιάνει ούτε έναν κανονικό άνθρωπο. Και φυσικά ούτε λόγος για επισκεπτήριο. Είσαι εσύ, τα ντουβάρια, τα γομάρια κι ο ανακριτής. Ακόμα και στην τουαλέτα πηγαίνεις μόνον πρωί – βράδυ. Και τα πρώτα καθαρά ρούχα  που επιτρέπονται από το σπίτι, τα φοράς μετά από 20 μέρες περίπου, όταν βγάζεις τα βρώμικα: σαν δεύτερο πετσί, ποτισμένα με αίματα και όλα τα σωματικά σου υγρά.

Κανείς από τους κρατούμενους δεν τραγουδάει εκεί, είναι άλλωστε  και λίγοι, μόνον οι βασανιστές τραγουδούν κάποια λαϊκά σουξεδάκια της εποχής, π.χ. «Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω», που ακόμα μου φέρνει ρίγη, αν τύχει και τ’ ακούσω από κάπου.

Κάτω από την κεντρική πλατιά σκάλα, αριστερά και δεξιά, βρίσκονται δυο κελιά του άλλου είδους, πολύ – πολύ μικρά, σαν υπερυψωμένα κοτέτσια, όχι μόνο ως προς το μέγεθος, αλλά και ως προς την αθλιότητα.

Σ’ ένα από αυτά, που με μετέφεραν προς το τέλος της ανάκρισης, ο χαμηλός τοίχος ήταν σχεδόν όλος γραμμένος με αποφθέγματα πρώην κρατουμένων, ποινικών κυρίως, απ’ ότι καταλάβαινες: «Tης φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες κι οι λεβέντες της φυλακής είναι για τα σίδερα». Σε μια ακρούλα κάτω – κάτω, κρυμμένο ανάμεσα σε άλλα, θέλησα ν’ αφήσω κι εγώ το αποτύπωμά μου, για να κρατιέμαι κυρίως εγώ από αυτό, κι έγραψα στα γερμανικά  την 11η θέση του Marx για τον Feuerbach, που λέει ότι «οι φιλόσοφοι ερμήνευσαν με  διαφορετικούς τρόπους  τον κόσμο, αλλά το ζητούμενο είναι να τον αλλάξουμε.» Λες και το περίμενε ο ανακριτής, μου ‘κανε για πρώτη φορά επίσκεψη στο κελί– κοτέτσι και το βλέμμα του έπεσε αμέσως στο γραπτό μου. Μου ζήτησε να του το μεταφράσω  και τότε μου λέει με ειρωνικό ύφος: “Και νομίζεις ότι αυτό μπορεί να γίνει σε λιγότερο από 30 χρόνια;” “Τόσο το υπολογίζω κι εγώ”, του απάντησα κι έφυγε τσαντισμένος. Ήταν το πολυτιμότερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει κάποιος εκεί μέσα, ν’ αποδεχθεί, δηλ., ένας από τους ορκισμένους  εχθρούς μας το εφικτό του δικού μας οράματος. Θα νικήσουμε, σκέφτηκα, Θ.Ν., λοιπόν, αν και μέχρι τότε δεν ήξερα ότι το χτύπαγαν ήδη στους τοίχους οι συναγωνιστές μου στη Μεσογείων, όπου με μετέφεραν αργότερα. Την άλλη μέρα  ή ίσως αργότερα, με πήγαν στο γραφείο του περιβόητου διοικητή Σπανού, ο οποίος με «περιποιήθηκε», προσωπικά ο ίδιος, με ένα ξύλινο χοντρό στειλιάρι ενός μέτρου περίπου (“υποκόπανο”, το είπε μόνος του) απ’ το κεφάλι μέχρι τα πόδια, επειδή, είπε, ήμουν αμετανόητη.

Κι επειδή εξακολουθώ να είμαι αμετανόητη, απευθύνω ένα «Θ.Ν.» στους νέους ανθρώπους, αλλάζοντας το πρόσωπο σε δεύτερο πληθυντικό. Θα Νικήσετε, αν έχετε ένα συλλογικό όραμα για το οποίο να παλεύετε με πείσμα. Αλλιώς δεν παλεύεται αυτή η βαρβαρότητα, στην οποία οδεύει σήμερα η ανθρωπότητα.


8.jpg



Λάμπρος Τόκας

Δημοσιογράφος

Συγγραφέας του βιβλίου "Τα παιδιά του Φλεβάρη", Αθήνα 2014


Ζούμε σε μια περίοδο όπου τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα (κρίσεις, πόλεμοι, ανασφάλεια κλπ) δημιουργούν ένα μόνιμο καθεστώς φόβου και αβεβαιότητας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 που διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση και άρχισε η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρού, γνωστός και ως νόμος της ζούγκλας. Οι κοινωνίες βομβαρδίζονται με ακραίες εικόνες και πληροφορίες, που περιορίζουν το χρόνο για ουσιαστική σκέψη. Η σταδιακή αποδυνάμωση της κριτικής στάσης των πολιτών, οδήγησε στον δραστικό περιορισμό  ελευθεριών και λαϊκών δικαιωμάτων, που είχαν κατακτηθεί με μακροχρόνιους αγώνες, θυσίες αλλά και αίμα.

Ωστόσο, πριν μισό αιώνα, οι συνθήκες ήταν πολύ πιο διαφορετικές και οι προοπτικές σίγουρα καλύτερες. Τα παιδιά του Πολυτεχνείου του ’73 όπως και τα Παιδιά του Φλεβάρη του ’74, στα οποία αναφέρεται και το βιβλίο της Νάντιας, μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με τα ιδανικά της γενιάς της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης (ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ/ ΕΠΟΝ). Στη σημαία των αγώνων της γενιάς των Λαμπράκηδων, του 1-1-4, του Πολυτεχνείου και των Παιδιών του Φλεβάρη κυριαρχούσαν τα συνθήματα  «Ψωμί- Παιδεία- Ελευθερία- Εθνική Ανεξαρτησία-Λαϊκή Κυριαρχία- Έξω οι ΗΠΑ- Έξω το ΝΑΤΟ». Τα συνθήματα αυτά βεβαιώνουν ότι πηγή έμπνευσης και στα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα, που έδρασαν τα Παιδιά του Φλεβάρη, ήταν τα ιδανικά για μια Ελλάδα ελεύθερη, ανεξάρτητη και πραγματικά δημοκρατική, όπου δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εκείνα τα χρόνια, υπήρχε μεγάλη αισιοδοξία ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, με νέες κατακτήσεις προς όφελος των ανθρώπων του μόχθου και της δουλειάς.

Δυστυχώς, στις μέρες μας έχει εκλείψει η αισιοδοξία. Οι κυβερνώντες έχουν καταφέρει- με την αμέριστη βοήθεια των αστικών μέσων μαζικής ενημέρωσης- να εμφανίζουν τις αντιλαϊκές πολιτικές που εφαρμόζουν ως «μονόδρομο». Έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό, να πείσουν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης  ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και πως ο αγώνας για ένα καλύτερο αύριο είναι «μάταιος»!

Με το βιβλίο της, που φέρει τον τίτλο «ΘΝ»- δηλαδή «ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ»- η Νάντια Βαλαβάνη μας καλεί να «χαλάσουμε τη μανέστρα», σε όλους εκείνους που:

Ø  προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία, υιοθετώντας την αντιδραστική θεωρία των δύο άκρων, που ταυτίζει τον κομμουνισμό με το φασισμό. Έτσι, έφτασαν στο σημείο να βαφτίσουν την 9η Μάη- που είχε καθιερωθεί ως ημέρα αντιφασιστικής νίκης των λαών- σε Ημέρα της Ευρώπης!

Ø  ισχυρίζονται ότι η βαρβαρότητα είναι μονόδρομος  

Ø  αμφισβητούν ότι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου υπήρξαν δεκάδες νεκροί ή ότι οι συλληφθέντες αγωνιστές του ΚΚΕ, της ΚΝΕ και άλλων αντιδικτατορικών οργανώσεων, υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια  από τα όργανα της χούντας στην περίοδο που ήταν κρατούμενοι στην Ασφάλεια, το ΕΑΤ/ΕΣΑ και άλλους τόπους κράτησης.

Στο πλαίσιο αυτό η Νάντια καλεί όλους- όσοι από εμάς έζησαν τη μετεμφυλιακή περίοδο και στη συνέχεια τα μαύρα χρόνια της μεταπολίτευσης και της Απριλιανής δικτατορίας (γενιά των Λαμπράκηδων, του 1-1-4 και του Πολυτεχνείου)- να γράψουν, άμεσα:

Πρώτον για τα βιώματα από τη συμμετοχή στους αγώνες για μια Ελλάδα ελεύθερη, ανεξάρτητη, δημοκρατική και σοσιαλιστική καθώς επίσης σε αγώνες για την ειρήνη και την αλληλεγγύη στους λαούς άλλων χωρών (Βιετνάμ κλπ) που αγωνίζονταν ενάντια στους αποικιοκράτες και εισβολείς.

Δεύτερον, για τα αποτελέσματα που είχαν οι αγώνες τους στην κατάκτηση μιας σειράς δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών (που τότε φάνταζαν όνειρο θερινής νυκτός), όπως η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης, το γκρέμισμα  της χούντας κλπ.

Γράφοντας και περιγράφοντας για όλα τα παραπάνω βιώματά  μας, συμβάλλουμε- μεταξύ άλλων- και στο να πειστούν τα παιδιά μας και όσοι δεν έζησαν εκείνα τα γεγονότα,  πως οι αγώνες μας καρποφόρησαν και δεν πήγαν χαμένοι. Και επειδή, μιλάμε κυρίως για τα μαύρα χρόνια της χούντας, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι περισσότεροι, αν όχι ΟΛΟΙ, από όσους μετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα, δεν ήθελαν απλά να ρίξουν τη Χούντα αλλά ξεριζώσουν το σύστημα που φτιάχνει τις Χούντες και αναπαράγει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Πόλεμος ενάντια στην ιστορική μνήμη

Οι αγώνες που έδωσαν τα Παιδιά του Φλεβάρη και η ανυποχώρητη στάση τους στα σκληρά βασανιστήρια που υπέστησαν από τα όργανα της χούντας στην Ασφάλεια της Μεσογείων καιστο Μπογιάτι, είναι ζώσα μνήμη. Αποτελεί δε κοινό μυστικό ότι η μνήμη είναι η μόνη που αντιστέκεται στην φθορά του χρόνου, στον θάνατο και στην εξουσία. Μιλώντας σε κάποια εφημερίδα για το βιβλίο της η Νάντια Βαλαβάνη, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ιδιόμορφο πόλεμο που διεξάγεται στις μέρες μας, ενάντια στην «ιστορική μνήμη», μέρος της οποίας ήταν και το κάψιμο των φακέλων το 1989, με απόφαση της τότε κυβέρνησης Τζαννετάκη.

Αν και το «κάψιμο των φακέλων», στέρησε από τους ιστορικούς πολύτιμο υλικό, ωστόσο συνεχίζεται και σήμερα ο ίδιος πόλεμος, με στόχο να ξεθωριάσουν οι μνήμες από τα γεγονότα των μαύρων περιόδων που έζησε η Ελλάδα και ο λαός της. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και τα σχέδια των κυβερνώντων, για την κατεδάφιση των δύο κτιρίων στην οδό Μεσογείων (όπου στεγάστηκε στην περίοδο της χούντας η Γενική Ασφάλεια Αθήνας) καθώς και την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στη Γυάρο και την Μακρόνησο (ως  τόποι εξορίας αποτελούν σύμβολα ιστορικής μνήμη).

Επιτρέψτε μου, πριν κλείσω την ομιλία μου να σας διαβάσω κάποια αποσπάσματα από συνεντεύξεις που μου έδωσαν 4 από τα Παιδιά του Φλεβάρη και ενός πρώην ΕΣΑτζή (έχουν καταχωρηθεί στο βιβλίο μου).

Κλείνοντας, εύχομαι στη Νάντια να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο της, που αξίζει να διαβαστεί αλλά και να αποτελέσει αφορμή να γράψουν και άλλοι συναγωνιστές και σύντροφοι για τα βιώματά τους από τους αγώνες ενάντια στην χούντα των συνταγματαρχών και άλλους αγώνες.

Αποσπάσματα

Δημήτρης Τόκας: …Θυμάμαι που μια μέρα με φώναξε ο Μάλλιος στο γραφείο του και μου είπε: «Ρε Τόκα, αφού ξέρω ότι και συ είσαι σαν και μένα φτωχόπαιδο, από φτωχιά οικογένεια. Και εγώ κατέκτησα αυτό το πόστο με το σπαθί μου. Θέλω να συνεργαστούμε. Δεν θέλω να συνεργαστείς μαζί μας τώρα, αλλά στο μέλλον. Πες τώρα το ναι και εμείς θα σε βοηθήσουμε να γίνεις και να φτάσεις εκεί που θέλεις στο θέατρο ή στον κινηματογράφο και μετά να συνεργαστείς μαζί μας». Όταν του απάντησα: «Προτιμώ να ανέβω και εγώ με το σπαθί μου», με παρέδωσε στους υφισταμένους για τα ... περαιτέρω. Το ξύλο που έφαγα στο γραφείο του Μπάμπαλη δεν ήταν τίποτα μπροστά στα μεθοδευμένα βασανιστήρια που ακολούθησαν –αν θυμάμαι καλά– μετά τις 11 Μάρτη».

 

Κάλλια Τουρνάκη: …Για τις περιπτώσεις εκείνων που έσπασαν και μίλησαν, μου είναι δύσκολο να εκφράσω γνώμη. Γιατί η αντοχή εξαρτάται και από τα βασανιστήρια. Δεν είναι και τόσο ευχάριστο να μαθαίνεις ότι κάποιος συνεργάστηκε με την Ασφάλεια με την πρώτη απειλή ή έστω με το πρώτο χαστούκι. Αλλιώς θα έκρινα εκείνον που άρχισε με το πρώτο χαστούκι να λέει στην Ασφάλεια για το τι έκανε και με ποιους συνεργαζόταν και αλλιώς εκείνον που έσπασε και άρχισε να δίνει πληροφορίες μετά από σκληρά  βασανιστήρια. Η στάση πολλών στην Ασφάλεια κρίθηκε και από την αντοχή του καθενός στα βασανιστήρια. Άλλος άντεχε περισσότερο και άλλος λιγότερο. Οι αντοχές του ανθρώπου είναι διαφορετικές.

 

Κατερίνα Παπαγκίκα: ...Τις ώρες εκείνες, έχεις ένα μεγάλο άγχος για το τι θα σου ξημερώσει την επόμενη στιγμή. Και ο φόβος δεν ήταν για το τι θα κάνεις και αν θα διακυβευθεί η ζωή σου, αλλά αν θα κρατήσεις. Αν δηλαδή θα αντέξεις για να μην κάνεις κακό και σε άλλους ανθρώπους, που στην περίπτωσή μας ήταν οι σύντροφοι και συναγωνιστές μας στον αγώνα κατά της χούντας. Αυτό είναι που στο συνειδητό επίπεδο κυριαρχούσε από τις πρώτες στιγμές της σύλληψής μου και στη διάρκεια των ανακρίσεων. Από την άλλη μεριά, αμέσως μετά την αντιμετώπιση και τις πρώτες επαφές με τους ανακριτές, είχα και μια αίσθηση μεγαλείου. Έλεγα δηλαδή μέσα μου: «Όχι κουφάλες, δεν θα σας κάνω το χατίρι. Είσαστε γελοίοι». Αντιστέκεσαι γιατί έχεις και μια εμπιστοσύνη σ’ αυτό που πιστεύεις.

 

Θυμάμαι τον Μπάμπαλη να ουρλιάζει: «Όλα θα τα δεχτούμε, αλλά το Βαρβάκειο και τα Ανάβρυτα να ηγούνται της Κομμουνιστικής Νεολαίας, αυτό δεν θα το δεχτούμε ποτέ». Τότε κόντεψαν να με πιάσουν τα γέλια. Νιώθοντας ότι ο Μπάμπαλης απευθυνόταν και σε μένα που είχα αποφοιτήσει από το Αρσάκειο, έλεγα μέσα μου: «Ναι ρε. Και εμείς που αποφοιτήσαμε από το Βαρβάκειο και το Αρσάκειο και τα Ανάβρυτα έχουμε μια αξιοπρέπεια και είμαστε εναντίον σας.

 

Σπύρος Κουρσάρης: ...Αν εξαιρέσεις μια περίοδο ψευδαίσθησης που ζήσαμε, νομίζοντας ότι όλα αυτά έχουν τακτοποιηθεί, η πραγματικότητα έρχεται να τα διαψεύσει. Αυτή τη στιγμή η εθνική ανεξαρτησία είναι στο χειρότερο σημείο της, ο πατριωτισμός είναι άγνωστη λέξη, εθνικά συμφέροντα δεν υπάρχουν, και γίνεται μια φτηνή διαχείριση των συμβόλων. Το βεβαιώνει και η ενδοτική στάση αυτών που σήμερα κυβερνούν την Ελλάδα.

 

Τάσος Κλίτσας, πρώην ΕΣΑτζής (υπηρέτησε στο Πεντάγωνο από το 1972 έως το 1974): ... Θυμάμαι πολύ έντονα αυτά που μας είχε πει ένας λοχαγός μας στο ΚΕΣΑ - Κουκάκης νομίζω ότι λεγόταν -, ο οποίος είχε μιλήσει με έναν πολύ ψυχρό τρόπο για τα βασανιστήρια γενικώς. Γνωρίζοντας ότι είναι πολύ δύσκολο πράγμα να μιλήσεις σε νέα παιδιά - όπως ήμασταν οι νεοσύλλεκτοι εσατζήδες - και να τους πεις πόσο καλά είναι τα βασανιστήρια, πήρε ένα παγωμένο ύφος και μας είπε: "Κοιτάξτε να δείτε. Για τον Στρατό, ένα και ένα κάνουνε δύο. Είμαστε σε πόλεμο και συλλαμβάνουμε έναν αξιωματικό του αντίπαλου στρατοπέδου. Αυτός ξέρει ένα σωρό πράγματα και όσα ξέρει θα πρέπει να τα πει. Αφού είμαστε σε πόλεμο, κάθε μέσο για να του αποσπάσουμε αυτά που ξέρει είναι θεμιτό. Αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Ο,τι ξέρει θα πρέπει να το πει».

 

6.jpg




Άλκης Παπαδήμας


Μαθηματικός

Πρώην αντιδήμαρχος Καισαριανής



Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι

Αρχικά θέλω να ευχαριστήσω τη Νάντια Βαλαβάνη για την τιμή που μου έκανε να με συμπεριλάβει στους ομιλητές της αποψινής εκδήλωσης για το βιβλίο της «Θ.Ν.» (Θα νικήσουμε). Είμαι ένας από τους 59 «μη εισέτι συλληφθέντες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το έγγραφο της αστυνομίας που μας παράπεμπε  σε δίκη ερήμην μαζί με τους συλληφθέντες το Φλεβάρη του 1974.

Αυτό το βιβλίο της Νάντιας μας υπενθυμίζει αρκετές πλευρές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Ο καθένας από εμάς έχει τις δικές του εμπειρίες μέσα στο φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα.

Το βιβλίο μας δείχνει πολύ ζωντανά τις λειτουργίες των μηχανισμών καταστολής της χούντας και όλες τις πρακτικές  σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκήθηκαν σε βάρος των αγωνιστών φοιτητών και όχι μόνο, στην προσπάθεια της να τρομοκρατήσει και να κάμψει την αγωνιστικότητα και το φρόνημα τους, αλλά και να συγκεντρώσει πληροφορίες για το φοιτητικό κίνημα.

Το βιβλίο της Νάντιας μας μεταφέρει ζωντανά την εικόνα από τα μπουντρούμια της Μεσογείων, το πως μέσα από τις πιο ασφυκτικές και απάνθρωπες συνθήκες φυλάκισης και απομόνωσης, οι φυλακισμένοι αγωνιστές κατάφερναν να επικοινωνούν με τα «Μορς του τοίχου» και να σπάνε την απομόνωση, ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλο. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου άλλωστε παραπέμπει άμεσα στον τρόπο που επικοινωνούσαν οι αγωνιστές.

Συγχρόνως μας  περιγράφει αυτά τα τέρατα, τους βασανιστές που δεν είχαν κανένα φραγμό στα βασανιστήρια που υπέβαλαν τους φυλακισμένους, προκειμένου να τους σπάσουν και να αποσπάσουν πληροφορίες για την καταστολή του φοιτητικού κινήματος. Σμαίλης, Γκάνος, Μήτσος ο επιλοχίας, Μπάμπαλης, Μάλλιος και άλλοι.  Είναι πραγματικά συγκλονιστικές  οι περιγραφές της Νάντιας στις σελίδες 134  και 135 για το ξύλο και τη φάλαγγα με σιδερόβεργα που υπέστη στο υπόγειο της Μεσογείων.

Ακόμη,  μέσα από το βιβλίο της Νάντιας περνάει και ένα αισιόδοξο μήνυμα, ότι παρ’ όλα τα βασανιστήρια και τις κακουχίες που υπέστησαν η Νάντια και οι άλλοι αγωνιστές, αυτοί που τελικά νικήθηκαν ήταν η χούντα και τα όργανα της, οι βασανιστές.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα ακόμη γεγονός που συνέβη το Φλεβάρη του 1974, που αφορά στον καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο, τον μαθηματικό Παύλο Γεωργίου. Ήταν από τους τελευταίους εξόριστους στην Γυάρο μαζί με τον Σπύρο Χαλβατζή, τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη, τον δημοσιογράφο Νίκο Κιάο και πολλούς άλλους, γιατί συμμετείχε ενεργά σε εκδήλωση διαμαρτυρίας των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο για το Πολυτεχνείο το Φεβρουάριο του 1974. Ήταν η απεργία που προκήρυξε η Αντι-ΕΦΕΕ στα Πανεπιστήμια το Φλεβάρη του 1974 για να σπάσει την τρομοκρατία της Χούντας Ιωαννίδη.

Ο Νίκος Κιάος έγραψε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 28-9-2019:                                                                                                  «Παύλος Γεωργίου. Ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος στο στρατόπεδο. Ήρεμος, αυστηρός, επίμονος και με τετράγωνη λογική. Ο Παύλος Γεωργίου, καθηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε πάει για το μάθημά του στη Σχολή, μετά το Πολυτεχνείο το 1973. Ήταν λίγοι φοιτητές στην αίθουσα. Ρώτησε γιατί, και κάποιοι του απάντησαν ότι κάνουν απεργία. Γιατί δεν κάνετε και εσείς τους ρώτησε. Και αφού τους είπε λίγα λόγια έφυγε. Πήγε στο σπίτι του. Εκεί τον περίμεναν από την ασφάλεια και τον συνέλαβαν. Κατευθείαν στη Γυάρο. Ήταν στην τελευταία φουρνιά των εκτοπισμένων στο νησί. Γυρίσαμε όλοι στις 25 Ιουλίου 1974».

Θυμάμαι το παρατεταμένο και θερμό χειροκρότημα των φοιτητών, όταν μπήκε στο αμφιθέατρο μετά τη μεταπολίτευση για μάθημα το Σεπτέμβριο του 1974. Ο καθηγητής Γεωργίου ξεχώριζε για το σεμνό και ακέραιο χαρακτήρα του. Αγαπητός στους φοιτητές και πάντα ανοιχτός να συζητήσει κάθε πρόβλημα μας. Υπήρξε - με όλη τη σημασία της λέξης, δάσκαλος και στην έδρα και στη ζωή.

Στο βιβλίο της Νάντιας γίνεται ακόμη αναφορά και στην παρέα της πλατείας Μαβίλη η οποία  σχηματίσθηκε στο τέλος του 1968  από μαθητές, που προέρχονταν κυρίως από το Βαρβάκειο, τα Ανάβρυτα και το 10ο λύκειο των Αμπελοκήπων. Ο αρχικός πυρήνας προήλθε από μια τυχαία γνωριμία μου με τον γιατρό Νίκο Βουλγαρίδη, που ήταν ο εμπνευστής και η ψυχή της παρέας. Σπουδαίο ακόμη ρόλο στην διαμόρφωση της παρέας έπαιξε και ο Κώστας Τζιατζής απόφοιτος των Αναβρύτων και φοιτητής της Νομικής. Την επόμενη χρονιά δηλαδή το 1969 οι μαθητές της παρέας εισήχθησαν σε διάφορες σχολές της Αθήνας και αποτέλεσαν βασικό αρχικό κορμό της σπουδάζουσας  οργάνωσης της ΚΝΕ και αργότερα της ΑΝΤΙ-ΕΦΕΕ.

Σκέφτομαι τη μαρτυρία της Κατερίνας Παπαγγίκα που η ίδια ήταν Αρσακειάδα και προέρχονταν από μια συντηρητική οικογένεια, γράφει η Νάντια στο βιβλίο της,  για τις αγριοφωνάρες του Μπάμπαλη στην ανάκριση:

«Πολλά μπορούμε να συγχωρήσουμε, αυτό που δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε είναι την ΚΝΕ να την καθοδηγούν τα Ανάβρυτα, το Αρσάκειο και η Βαρβάκειος».

Αυτή ήταν η απορία των βασανιστών που την διατύπωναν με ανελέητο ξύλο και βασανιστήρια σε αρκετά από τα παιδιά της παρέας που έπεσαν στα χέρια τους. Πως έγινε λοιπόν, τόσα παιδιά από τα λεγόμενα πρότυπα και καλά σχολεία και βρέθηκαν στη πρώτη γραμμή του αντιδικτατορικού αγώνα χωρίς να υπολογίσουν καριέρες,  τι συμφέρει και τι όχι και είπαν ναι στον αγώνα κατά της δικτατορίας με πλήρη συνείδηση. Όπως σημειώνει ο Θανάσης Σκαμνάκης σε ένα κείμενο του για τα παιδιά του Φλεβάρη, ήταν τα γεγονότα που τους έκαναν. Και συνεχίζει : Δεν θα αναφερθώ στους λαμπερούς ανθρώπους που τους ενέπνευσαν, γιατί και αυτοί δεν θα ήταν αν τα γεγονότα δεν τους δημιουργούσαν.

Η δικτατορία κατά τη γνώμη μου ηττήθηκε και ανατράπηκε, γιατί τελικά στα χρόνια εκείνα η ριζική επαναστατική προοπτική μπήκε ξανά στη ζωή και απείλησε με ένα καινούργιο ξεκίνημα. Σε αυτό πιστεύω ότι συνέβαλε και η παρέα των παιδιών της Πλατείας Μαβίλη.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ σύντομα στο πως περάσαμε και τι κάναμε στην παρανομία. Την Παρασκευή αργά το απόγευμα στη διάρκεια της κατάληψης του Πολυτεχνείου πύκνωναν οι φήμες για εισβολή των χουντικών δυνάμεων καταστολής,  οι οποίες λίγο αργότερα έγιναν βεβαιότητα. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή βρήκα την Ιωάννα Καρυστιάνη και της έδωσα τα κλειδιά του σπιτιού ενός φίλου και συντρόφου του Αργύρη Γκόγκου (Μαθηματικό) και του Δημήτρη Μιχαλόπουλου (Φαρμακευτική) στου Ζωγράφου, γνωρίζοντας ότι η ασφάλεια θα επιχειρούσε να μας συλλάβει βγαίνοντας από το Πολυτεχνείο. Είχα συνεννοηθεί με τον Αργύρη να μας κρύψουν για λίγο μέχρι να βρούμε επαφή ξανά με την οργάνωση. Το λίγο έγινε ένας μήνας και πάνω.  Η Ιωάννα έφθασε στο σπίτι του Αργύρη τα ξημερώματα του Σαββάτου  κι εγώ λίγο αργότερα. 

Η κατάσταση έξω ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Ήμασταν εντελώς αποκομμένοι από την οργάνωση και προφανώς από τις οικογένειες μας. Η δικτατορία είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει όσους από εμάς δεν κατάφερε να πιάσει κατά τη έξοδο από το Πολυτεχνείο.

Ο Νίκος Βουλγαρίδης αγωνιώντας για  όλους και για την τύχη μας, μας έψαχνε και προσπαθούσε να δει αν ζούμε μετά από  την επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας στο Πολυτεχνείο. Μας βρήκε στο σπίτι του Αργύρη λίγες ημέρες αργότερα. Θυμάμαι πως όταν ακούσαμε το κουδούνι κυριολεκτικά παγώσαμε,  ώσπου να καταλάβουμε ότι είναι ο Νίκος. Πάντα αισιόδοξος μας έδωσε κουράγιο και μας έφερε σε επαφή με την οργάνωση γεγονός που μας επέτρεψε να επιβιώσουμε στις δύσκολες ημέρες εκείνης της περιόδου.  Σύνδεσμος μας στην περίοδο αυτή ήταν ο Βασίλης Κολώνιας (Φυσικό), ο οποίος φρόντισε για την επιβίωση μας.  Μερικές μέρες αργότερα προστέθηκε στην παρέα και ο  Γιώργος Καραγιάννης (Πολιτικές Επιστήμες ΕΚΠΑ).

Στη διάρκεια αυτών 8 μηνών της παρανομίας  αλλάξαμε τέσσερα διαφορετικά σπίτια για να μη μας εντοπίσουν τα όργανα της Χούντας.  Το δεύτερο σπίτι ήταν πίσω απ’ την ταβέρνα «Σκαλάκια» στα Ιλίσια. Το τρίτο σπίτι ήταν το παροπλισμένο ημιυπόγειο εργαστήριο της μοδίστρας Μαρίας Καραμέρη στου Ζωγράφου. Στο σπίτι αυτό καλύψαμε τα τζάμια με σκουρόχρωμες κόλες χαρτιού για να μη περνάει το βραδινό φως έξω. Για να μην κάνουμε αντιληπτή την παρουσία μας στους γείτονες, όλη την ημέρα ήμασταν μέσα στη σιωπή. Κοιμόμασταν τη μέρα και τα βράδια ξενυχτούσαμε διαβάζοντας βιβλία και  ακούγοντας τους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς τη Φωνή της Αλήθειας, τη Deutsche Welle, το BBC, το Παρίσι ενημερώνοντας σχετικά την οργάνωση. Γράφαμε και  στέλναμε  με διάφορους τρόπους και δρόμους ανταποκρίσεις στους σταθμούς αυτούς κυρίως με ειδήσεις και πληροφορίες που μαθαίναμε για τους συντρόφους που είχαν συλληφθεί και γενικά για την κατάσταση.

Η μονοτονία της παρανομίας έσπαγε όταν μας επισκέπτονταν στο ημιυπόγειο εργαστήριο ο Γιάννης και η Βούλα, αδελφή της Μαρίας   με την κορούλα τους Τατιάνα. Θυμάμαι ότι μια φορά μας έφεραν άγριες μαργαρίτες που μάζεψαν σε μια βόλτα στον Υμηττό. Τότε παρατηρήσαμε ότι οι μαργαρίτες προσαρμόστηκαν στο δικό μας τρόπο ζωής, δηλαδή έκλειναν τα πέταλα τη μέρα και τα άνοιγαν το βράδυ που ανάβαμε το φώς.

Το τέταρτο κρησφύγετο ήταν η αναγκαστική μεταφορά μας σε  ένα διαμέρισμα που είχε φως στην περιοχή των Αμπελοκήπων λόγω προβλημάτων υγείας της Ιωάννας το οποίο νοικιάστηκε από τον Γιάννη  και τη Βούλα Κομνηνού.

Στο μεταξύ η ασφάλεια δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να τρομοκρατεί την οικογένεια μου με ξαφνικές εφόδους στο σπίτι μας μέσα στη νύχτα. Κατάσχεσε όλα τα βιβλία μου ακόμα και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα των μαθηματικών και ταυτόχρονα απειλούσε τα αδέλφια μου  με σύλληψη. Όλα αυτά ήταν μέρος του σχεδίου τους, να ασκήσουν κάθε δυνατή  ψυχολογική πίεση. Μάταια όμως, οι μάνες μας έκλειναν μεταξύ τους συνωμοτικά ραντεβού και προσπαθούσαν  να μας βοηθήσουν με κάθε τρόπο.

Το Φλεβάρη μετά τις συλλήψεις, για λίγες ημέρες χάσαμε την επαφή με τον σύνδεσμό μας κι αυτό μέχρι να βεβαιωθεί ο Βασίλης ότι δεν τον παρακολουθούσαν. Αυτές οι ημέρες του Φλεβάρη ήταν από τις πιο δύσκολες της παρανομίας χωρίς καμιά επαφή, γεμάτη αγωνίες.

Παρά τους πανηγυρισμούς όμως της Ασφάλειας και της Χούντας Ιωαννίδη, όσο κι αν το κτύπημα ήταν μεγάλο και σαρωτικό, η ΚΝΕ και η Αντι-ΕΦΕΕ συνέχισαν τη δραστηριότητά τους, έχοντας συγκροτήσει μηχανισμό ικανό να λειτουργεί σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας. Έτσι ο Βασίλης κατάφερε να αποκαταστήσει την επαφή με την οργάνωση.

 

Το Μάρτιο του 1974 η Ιωάννα Καρυστιάνη, εγώ και ο Γιώργος γράψαμε ένα πολυσέλιδο γράμμα με το οποίο καταγγέλλαμε τη βία και την τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει η χούντα του Ιωαννίδη, τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης των αγωνιστών στην παρανομία και κυρίως  τα φρικτά βασανιστήρια που υποβάλλονταν στα κρατητήρια της Χούντας ο Κώστας Κάππος, ο Δημήτρης Γόντικας, οι σύντροφοι της σπουδάζουσας και τόσοι άλλοι που είχαν συλληφθεί το Φεβρουάριο του 1974. Το γράμμα αυτό μέσω του Άγγελου Κολώνια αδελφού του Βασίλη που σπούδαζε στη Φλωρεντία έφθασε στη Ντόϊτσε Βέλε με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων στο εξωτερικό.

Ένα βράδυ λοιπόν,  ακούσαμε νομίζω πως ήταν η φωνή του Παύλου Μπακογιάννη, ότι αντί του συνηθισμένου μεγάλου δελτίου ειδήσεων θα διαβαζόταν ένα γράμμα που έφθασε στο σταθμό  από την Αθήνα, για τη γνησιότητα του οποίου ο σταθμός δεν είχε καμία αμφιβολία.  Ήταν το δικό μας γράμμα και η χαρά μας ήταν μεγάλη καθώς σπάγαμε στην πράξη την αναγκαστική απομόνωση μας. Το Σάββατο στην ανασκόπηση των ειδήσεων διαβάστηκε πάλι το γράμμα μας. Καταλαβαίναμε ότι είχε κάνει αίσθηση και μας έδινε κουράγιο να συνεχίσουμε να προσπαθούμε έστω και με αυτό τον τρόπο, κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες για την ενημέρωση της κοινής γνώμης για όσα συνέβαιναν στην πατρίδα μας από τη Χούντα και τους συνεργάτες της. 

Αντίγραφο αυτής της επιστολής δυστυχώς δεν κρατήσαμε για ευνόητους λόγους. Μετά τη μεταπολίτευση είχα πάντα στο μυαλό μου να αναζητήσω την επιστολή αυτή μέσω του Παύλου Μπακογιάννη. Αυτό όμως δεν έγινε κατορθωτό γιατί στο μεταξύ ο Μπακογιάννης δολοφονήθηκε από τη 17 Νοέμβρη.

Με αφορμή αυτή την επιστολή ένα Σουηδικό τηλεοπτικό κανάλι ζήτησε να μας πάρει συνέντευξη. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με χίλιες προφυλάξεις και προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα συμπαράστασης.

Δύσκολες οι συνθήκες ζωής μας σε τέτοιες περιστάσεις. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν συγκρίνονται με ότι τράβηξαν οι σύντροφοι μας στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ και της ασφάλειας στη Μεσογείων. Βασανιστήρια, που δεν τα χωράει ο νους του ανθρώπου, καθημερινοί ξυλοδαρμοί, ψυχολογική πίεση. Αυτά ακριβώς περιγράφει και η Νάντια στο βιβλίο της Θ.Ν.

 

Όλοι εμείς που οι αρχές καταστολής της χούντας δεν κατάφεραν να μας συλλάβουν, χρωστάμε την επιβίωση μας εκείνη τη δύσκολη περίοδο σε αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους που μας έκρυψαν τόσους μήνες παρά τους τρομερούς προσωπικούς κινδύνους που συνεπαγόταν  αυτό. Είναι αυτοί οι αφανείς απλοί, καταπληκτικοί άνθρωποι, που δεν ζήτησαν ποτέ καμία αναγνώριση. Κι αν σήμερα ανέφερα τα ονόματα τους είναι γιατί πιστεύω ότι χρειάζεται έστω και τώρα να ακουστούν και να τιμηθούν για τη σημαντική συμβολή με αυτό τον τρόπο στον αντιδικτατορικό αγώνα.


Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.


βλ. επίσης: 

09/03/2026 - Η βιβλιοκριτική του Βαγγέλη Καραμανωλάκη στο "Βιβλιοδρόμιο" της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ

https://www.nadiavalavani.gr/2026/03/922026.html

&

26.02.2026, Φ.Σ. "Παρνασσός" - Πλήρες βίντεο των Εκδόσεων ΤΟΠΟΣ της βιβλιοπαρουσίασης του "Θ. Ν." μ΄ εμβόλιμη τη μουσική παράσταση "Τα κελιά τραγουδούν & σφυρίζουν"

https://www.nadiavalavani.gr/2026/03/26022026.html

26/02/2026 - Σε γραπτή μορφή, οι 4 ομιλίες στην παρουσίαση του βιβλίου της Ν. Βαλαβάνη "Θ. Ν." στον Φ.Σ. "Παρνασσός" 26/02/2026 - Σε γραπτή μορφή, οι 4 ομιλίες στην παρουσίαση του βιβλίου της Ν. Βαλαβάνη "Θ. Ν." στον Φ.Σ. "Παρνασσός" Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 5:36:00 μ.μ. Rating: 5