6.2.2026 α) Το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου "διηγημάτων μετανάστευσης" της Τζένης Σιούτη "ΠΕΡΑ-ΔΩΘΕ στη Λέσχη Βιβλίου του ΘΕΜΕΛΙΟΥ β) Η ομιλία της Ν. Βαλαβάνη στην παρουσίαση επίσης γραπτά

 6.2.2026, Λέσχη Βιβλίου του Εκδ. Οίκου ΘΕΜΕΛΙΟ 




α) Το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου "διηγημάτων  μετανάστευσης" της Τζένης Σιούτη "ΠΕΡΑ-ΔΩΘΕ"









β) Η ομιλία της Νάντιας Βαλαβάνη στην παρουσίαση επίσης γραπτά:



Για τη συλλογή διηγημάτων της Τζένης Σιούτη «πέρα δώθε»


                 Λέσχη Βιβλίου του ΘΕΜΕΛΙΟΥ, Παρασκευή 6 Φεβρ. 2026


 

Βρισκόμαστε απόψε όλοι εμείς στον πραγματικά ιστορικό και φιλόξενο χώρο της Λέσχης Βιβλίου του «Θεμέλιου» τρεις μέρες μετά το θαλασσοπνίξιμο έξω απ’  τη Χίο και για άλλη μια φορά ανθρώπων, που επιχειρούν να καταφύγουν στην Ευρώπη είτε διωκόμενοι είτε για μια καλύτερη ζωή – για τους ίδιους ακριβώς λόγους που, από την αρχή του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα, συνεχίζεται με διαλείμματα η Ελληνική μετανάστευση και, με τελευταία την περίοδο της δικτατορίας, επίσης η Ελληνική προσφυγιά. Τρεις μέρες τώρα η επίσημη «αγανάκτηση» για το «δουλεμπορικό» φουσκωτό που επιχείρησε – το φουσκωτό! – να διεμβολίσει ταχύπλοο σκάφος του Λιμενικού, και μαζί της επίσης η πιο αδιάντροπη υποκρισία, ξεχειλίζουν. Δυστυχώς η συντηρητική μετατόπιση, που έχει υποστεί η Ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση της λαϊκής εξέγερσης ενάντια στη μνημονιακή διάλυση της χώρας και των ανθρώπων της, εμποδίζει να διακρίνουν σημαντικά τμήματα της τις - κάθε άλλο παρά αόρατες - διασυνδέσεις ανάμεσα στη θανατηφόρα πολιτική των push-back της  ελληνικής κυβέρνησης υπό το ατάραχο βλέμμα της FRONTEX και τις ανοιχτά έκνομες πρακτικές ενός μεταφασιστικού καθεστώτος που επιχειρείται να εγκατασταθεί σήμερα στις ΗΠΑ: Σ΄ ένα αδυσώπητο κυνήγι μεταναστών, μπουκάροντας χωρίς εντάλματα στα σπίτια οικογενειών, συλλαμβάνοντας ακόμα και 5χρονα παιδιά, απελαύνοντας τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου στο Ελ Σαλβαδόρ και στο Γκουαντάναμο, εκτελώντας εν ψυχρώ (μπροστά στις κάμερες των κινητών!) Αμερικανούς πολίτες που εκφράζουν την αντίθεση τους, για να τους κατηγορήσουν μεταθανάτια ως εσωτερικούς τρομοκράτες.


Σ’  αυτές τις συνθήκες το εξαιρετικό βιβλίο της Τζένης Σιούτη με τίτλο «πέρα δώθε» και υπότιτλο «διηγήματα μετανάστευσης», τρίτο στη σειρά εκδόσεων των διηγημάτων της, υπερασπίζεται κάτι πολύ σημαντικότερο από μια σειρά δωρικές, καλογραμμένες και αισθητικά άψογες, αυτοβιογραφικού χαρακτήρα οικογενειακές ιστορίες: Μια προωθημένη θέση στους πολέμους της μνήμης, που λυσσομανούν ήδη με το τέλος του Β’ΠΠ. Και ιδιαίτερα στον ιδεολογικό πόλεμο που διεξάγεται στην πατρίδα μας για να διαλυθεί ότι έχει απομείνει από τη μνήμη της ταυτότητας του Έλληνα ως μετανάστη και μετανάστριας, της Ελλάδας ως έθνος μεταναστών, της βασικής προέλευσης της Ελληνικής Διασποράς. Αυτή η ιδιόμορφη επιβολή της λήθης είναι απαραίτητη για να έχει επιτυχία η επιχείρηση αποαπανθρωποποίησης του ξένου μετανάστη, χωρίς την οποία δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί σήμερα η κρατική μεταναστευτική πολιτική στη χώρα μας. Αυτή τη λήθη εξυπηρετεί, χωρίς να επιδιώκεται αυτό βεβαίως, και η ευρύτερη επικράτηση στους κόλπους της Αριστεράς θεωριών που, γυρνώντας την πλάτη σε αναλύσεις δεκαετιών για την εξαρτημένη θέση της χώρας, κόντρα ακόμα και στην πρόσφατη εμπειρία της περιόδου των τριών μνημονίων, βλέπουν σήμερα την Ελλάδα ως ιμπεριαλιστική δύναμη. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες δεν εξάγουν ωστόσο εργατικό δυναμικό, αντίθετα εισάγουν το έτοιμο εργατικό δυναμικό των άλλων. Κάτι ιδιαίτερα πικρό, αν σκεφτεί κανείς ότι, εξελίσσοντας τις μορφές της,  η μετανάστευση του «ανθού της ελληνικής κοινωνίας» – με ότι αναπόδραστα χαμένες ευκαιρίες συνεπάγεται αυτό για τη χώρα και το λαό της – συνεχίζεται, όπως έχει ήδη ειπωθεί, σαν ακατάσχετη αιμορραγία εδώ και τουλάχιστον 125 χρόνια. 


Αυτό είναι το πρώτο, που θα ήθελα να υπογραμμίσω: Ότι όπως διαμορφώνεται ο κόσμος που ζούμε, στις σημερινές συνθήκες το «πέρα δώθε» γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα πραγματικά καλό βιβλίο και η επίδραση του πάει μακρύτερα από την απόλαυση της ανάγνωσης και την ηδονή της γνώσης που μας χαρίζει ένα πραγματικά καλό βιβλίο: Γίνεται, δυστυχώς, επίσης όπλο πάλης.


Λογοτεχνία ή ιστορία;


Δεύτερη παρατήρηση: Τι είναι τελικά αυτή η συλλογή «διηγημάτων μετανάστευσης»; Σε ποιο είδος του γραπτού λόγου ανήκει; Είναι όντως λογοτεχνία;


Είχα τη χαρά να είμαι ανάμεσα σε αυτούς που το 2019 παρουσίασαν την πρώτη  συλλογή διηγημάτων της Τζένης Σιούτη, «Μουργκάνα» - σύντομες ιστορίες με επίσης αυτοβιογραφικές καταβολές, που συμπεριλάμβαναν (πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;) και μια σειρά διηγήματα-παραλλαγές σε ένα θέμα κοινού τόπου με το σημερινό «πέρα δώθε»: τη μετανάστευση από τα χωριά της Μουργκάνας στη Γερμανία. Τότε, ωστόσο, δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για λογοτεχνία. Επιτρέψτε μου, γι΄ αυτό, να τσιτάρω ένα απόσπασμα απ’  όσα είχα πει για τα διηγήματα της «Μουργκάνα»:


«Από τη μια όψη του αντικατοπτρισμού αιωρείται το βουνό ως φυσικός χώρος που παραμένει απροσπέλαστος κι ακαταμάχητος, ένας χώρος προκαπιταλιστικός, όπου μάλλον η φύση εξουσιάζει ακόμα τον άνθρωπο παρά ο άνθρωπος τη φύση. Από την άλλη, πάλι, είναι η Μουργκάνα των εγκαταλειμμένων και μισοεγκαταλειμμένων  χωριών και των ανθρώπων της, των νεκρών στο διάβα των αιώνων όσο και των ζωντανών, η Μουργκάνα των θρύλων και των εκπληκτικών ηπειρώτικων τραγουδιών, η Μουργκάνα της εσωτερικής μετανάστευσης και της ξενιτειάς υπό τη σκιά όχι μόνο της μαύρης φτώχειας αλλά και του μετεμφυλιοπολεμικού χωροφύλακα, η Μουργκάνα των δυστυχισμένων ερώτων και των άτυχων εραστών, η Μουργκάνα της μοναξιάς, ακόμα και η Μουργκάνα των δοκιμαστικών εξορύξεων.


Πρέπει να πω ότι με άφησε άφωνη αυτό το σύμπαν που σκιαγράφησε με λέξεις η Τζένη Σιούτη. Περίμενα τα διηγήματα της να κυριαρχούνται από αστικά τοπία και αστικούς μύθους πιο άμεσα συνδεμένους με τη δική της εμπειρία ζωής στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Αντί γι’  αυτό, οι αυτοβιογραφικές αναφορές είναι περισσότερο αντανακλάσεις, ιστορίες των μεγαλύτερων ηλικιακά ανθρώπων της οικογένειας της, φίλων και συγχωριανών τους, απόηχοι μιας άλλης εποχής, αστικών τοπίων του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και χαρτογράφησης της μετανάστευσης των Gastarbeiter  σ’ εργοστάσια και στοές μεταλλείων, αφηγήσεων  που άκουγε τα βράδια παιδί στη Γερμανία, ακόμα και ήχων και λέξεων των μουσικών και ποιητικών πηγών της Μουργκάνας. Ακόμα και τα πιο σύγχρονα θέματα, όπως η αναγέννηση του νεοναζισμού και η προσφυγική κρίση, ακόμα και το θέμα των εξορύξεων, τα διαπραγματεύεται περισσότερο μέσα απ’  την αντανάκλαση στη συνείδηση των ηρώων της – ηλικιακά, κατά κανόνα, μεγαλύτερων κι από μας σήμερα, μιας κι είναι αυτοί που έχουν μείνει στα μισοεγκαταλειμμένα χωριά της Μουργκάνας, ακόμα κι όταν τους συναντούμε στην Αθήνα. Και αν δε γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη μετανάστευση των νέων την εποχή των μνημονίων, είναι επειδή η μετανάστευση σ’  αυτό το σύμπαν έχει μόνιμα χαρακτηριστικά, έτσι ώστε η μετανάστευση της τελευταίας δεκαετίας να συνιστά περισσότερο συνέχεια παρά τομή. Ακόμα και τα παιδιά, που στον κόσμο τους κινείται καθημερινά δεκαετίες τώρα ως εκπαιδευτικός η Τζένη, δεν κάνουν την εμφάνιση τους ως αυτοτελή υποκείμενα στα διηγήματα της: Η παιδική ηλικία εμφανίζεται περισσότερο από ιστορική σκοπιά, ως η πιο κρίσιμη φάση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των ενηλίκων ηρώων της – με χαρακτηριστικό για πολλούς απ’  αυτούς την ορφάνια από τον ένα γονέα, συνήθως τον πατέρα. Ή την αποξένωση, καθώς μένουν πίσω με τη μάνα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του ‘70.


Γι’  αυτό τούτο το σύμπαν, ενώ έχει βιωμένη σχέση με τη Τζένη, δεν είναι ο κόσμος της Τζένης, αλλά μάλλον η βιωμένη παράδοση - που δεν αποκρυσταλλώνεται μια κι έξω, αλλά μετασχηματίζεται συνεχώς με βάση την εμπειρία, την ηλικία, τις αισθητικές προτιμήσεις και τις κοινωνικές σχέσεις του ανθρώπινου υποκείμενου και, βέβαια, τα γούστα και τα τερτίπια της ιστορίας. Υποψιάζομαι ότι μόνο κάποιος που ξέρει τη δουλειά που κάνει με και για τους νεαρούς μαθητές και μαθήτριες της στο σχολείο εδώ και τόσα χρόνια η Τζένη (ήταν τότε ακόμα στο σχολείο) , που ξέρει τι χρόνο απ’  τη ζωή της έξω απ’  τα σχολικά ωράρια και τι αίμα απαιτεί σε καθημερινό επίπεδο χρόνια τώρα αυτή η δουλειά, μπορεί να καταλάβει όχι μόνο γιατί επέλεξε να χειριστεί έτσι το υλικό της στη «Μουργκάνα» αλλά και την ευχέρεια με την οποία το έκανε.»


Στο «πέρα δώθε», αντίθετα, κάνοντας χρήση ουσιαστικά του ίδιου πρωταρχικού υλικού, αυτό που αναδύεται ως συγγραφικό αποτέλεσμα είναι το αντίστροφο: Μάλλον ο ίδιος ο κόσμος της Τζένης, παρά η βιωμένη παράδοση. Απ’  αυτή την άποψη, μπορεί το ύφος, η γλώσσα και, σίγουρα, το όλο αισθητικό αποτέλεσμα να είναι λογοτεχνικά. Μπορεί, ως προς το περιεχόμενο να ενυπάρχει ενσωματωμένη μυθοπλασία, καθώς βέβαια η Τζένη δεν μπορεί να θυμάται ή και να ξέρει τους ακριβείς διαλόγους ανάμεσα στους ήρωες της ή, πολύ περισσότερο, τι ακριβώς σκεφτόταν το ένα ή το άλλο πρόσωπο που κινείται στο «πέρα δώθε»: άρα αναγκαστικά αυτά τ’  αναπλάθει και τ’  αναδημιουργεί καλλιτεχνικά.


Ωστόσο, η Τζένη στα διηγήματα του «πέρα δώθε» διηγείται μικρές πραγματικές ιστορίες ή στιγμιότυπα απ’  τη ζωή της «στενής» οικογένειας της (η αδερφή της και οι γονείς της, και οι δύο αγρότες, που μετά από μια σύντομης διάρκειας εσωτερική μετανάστευση από τη Μουργκάνα στην Αθήνα βρέθηκαν βιομηχανικοί εργάτες, τελικά στην «Μερτσέντες»), αλλά και της «ευρύτερης οικογένειας» - των συγγενών της στη Γερμανία, όσο κι αυτών που έμειναν πίσω στην Ήπειρο ή βρέθηκαν στην Αθήνα. Και βέβαια από τη ζωή των φίλων της οικογένειας της, των Ελλήνων και ξένων συναδέλφων και των δυο γονιών στη δουλειά, των συμμαθητών και συμμαθητριών της στα ελληνικά σχολεία στη Γερμανία, των γειτόνων τους. Όπως και από την ευρύτερη ζωή των μεγαλύτερων ή μικρότερων εργατουπόλεων, που βρέθηκε να ζει ακολουθώντας τους γονείς της σε ένα τρίτο μεταναστευτικό «πέρα δώθε», αυτή τη φορά στο εσωτερικό των βιομηχανικών περιοχών της Γερμανίας, σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών δουλειάς και ζωής.


Ακόμα και η παιδική ηλικία στα διηγήματα του «πέρα δώθε» κάνει την εμφάνιση της από διαφορετική σκοπιά: Δεν είναι πια μόνο η πιο κρίσιμη φάση στη διαμόρφωση του ενήλικου ήρωα ή ηρωίδας. Σ΄ αυτό το βιβλίο εμφανίζονται πολλά παιδιά, ξεκινώντας από την ίδια - που είναι όμως αυτοτελείς οντότητες και προσωπικότητες, με τις δικές τους ιδιαίτερες ανάγκες και το δικό τους, ακόμα αφιλτράριστο, τρόπο σκέψης, σε σημαντικό βαθμό ακόμα αυτόβουλα απέναντι στον μελλοντικό ενήλικα εαυτό τους. Η Τζένη-παιδί στο Δημοτικό βλέπει, ακούει, καταγράφει και επεξεργάζεται τα συνταρακτικά γεγονότα που εξελίσσονται γύρω της, κάνοντας μας κοινωνούς αυτής της διαδικασίας μέσα από  έναν ώριμο γραπτό λόγο. ’Οπως στα διηγήματα «Τρία αχλάδια» (για την πρακτική αλληλεγγύη - κι όχι φιλανθρωπία - κάποιων λαϊκών Γερμανών ανθρώπων απέναντι σ΄ αυτούς που είχαν λιγότερα απ’  τους ίδιους), «Το κασκόλ» (με το σπαρακτικό συμπέρασμα «πικρή η ξενιτιά, πικρότερη η φτώχεια»), «Χριστούγεννα στο Κάιζεβερτ» («Βόρεια Γερμανία-Μουργκάνα, μια κρεατόπιτα δρόμος»), «Ο πρόξενος» (ένα μικρό εκπληκτικό χρονικό μιας σχολικής γιορτής στη διάρκεια της δικτατορίας, που καταλήγει σ΄ εξέγερση των μεταναστών, που έχουν έρθει να καμαρώσουν τα παιδιά τους να τραγουδούν και ν΄ απαγγέλλουν ποιήματα - ενάντια στις ελληνικές προξενικές αρχές που επιχειρούν να τη μετατρέψουν σε προπαγανδιστικό πανηγυράκι της χούντας) ή «Φράου Μπέζε» (για το πως ο αναίτιος εξευτελισμός μιας μικρής μαθήτριας, παιδιού Ελλήνων Gastarbeiter που ακόμα μαθαίνει τη γερμανική γλώσσα, από τη δασκάλα της, εμμονική απέναντι στους Κρητικούς, και κατ’  επέκταση τους Έλληνες, που σκότωσαν τον αρραβωνιαστικό της, αλεξιπτωτιστή στη Μάχη της Κρήτης, καταλήγει – χάρη στην παρέμβαση Γερμανού φίλου του πατέρα της Τζένης - να ξεφορτωθεί μια κι έξω τη δασκάλα ολόκληρη η σχολική τάξη της Τζένης). Φθάνοντας συχνά σ΄ εκπληκτικά συμπεράσματα, καθώς οι κοινωνικές συμβάσεις των ηλικιακά ωριμότερων δεν έχουν ακόμα κάνει κατάληψη στη ματιά, τη σκέψη και τον τρόπο έκφρασης της.  ‘Οπως π.χ. στο σπαρακτικό διήγημα που έχει τον ίδιο τίτλο με τη συλλογή και είναι το δικό της προσωπικό «πέρα δώθε» ή εκείνο με τίτλο «Μπέρδεμα» που περιγράφει – σχεδόν αλαφροίσκιωτα – τα διλήμματα ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει σε δυο κόσμους χωρίς ν΄ ανήκει ολοκληρωτικά σε κανένα.


Στην ολότητα τους αυτές οι ιστορίες - και άλλες ακόμα που αφορούν συγγενικά πρόσωπα, φίλους του πατέρα απ’  όλα τα μιλέτια και φίλες της μάνας, όλες Ελληνίδες, τον τρόπο ζωής που διαμορφώνουν και τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους, και βέβαια τις ταξικές μάχες που δίνουν στη δουλειά, με περισσότερες ήττες αλλά και με νίκες, εκπρόσωποι ολόκληρου του Ευρωπαϊκού και όχι μόνο Νότου, άνθρωποι που λίγα χρόνια πριν ελάχιστα πράγματα ήξεραν πέρα απ’  τον ορίζοντα του χωριού τους -, καταγράφουν τη μικρή, και κάποιες φορές και τη μεγάλη, ιστορία. Σε ένα διαρκές παλαντζάρισμα ανάμεσα σ΄ έναν ιδιωτικό χώρο, που σε συνθήκες ζωής Gastarbeiter στη Γερμανία και για τους Έλληνες με δικτατορία στην πατρίδα, τον μπερδεύεις εύκολα με τον δημόσιο.


Με άλλα λόγια, το «πέρα δώθε» κινείται με λογοτεχνικό τρόπο εγγύτερα στη σφαίρα της δημόσιας ιστορίας παρά στη λογοτεχνία.


Αυτό είναι λοιπόν το δεύτερο σημείο που θα ήθελα να επισημάνω: Θεωρώ τα διηγήματα του «πέρα δώθε» κατ’ ουσία υβρίδια, μέσα στα οποία παλεύει η λογοτεχνία με την ιστορία – κι αυτή που κατά κανόνα κυριαρχεί, είναι η δεύτερη. Γι’ αυτό και ως υπότιτλο αντί για «διηγήματα μετανάστευσης», θα προτιμούσα «ιστορίες  μετανάστευσης». Στα Γερμανικά αυτό εμφανίζεται γλωσσικά ευκολότερο, καθώς η ίδια λέξη – die Geschichte – σημαίνει τόσο τη μεγάλη, τη δημόσια ιστορία όσο και τη μικρή ιστορία που αφηγούμαστε στην παρέα μας. Το «πέρα δώθε» πληρεί τα κριτήρια ενός συγκλονιστικού τεκμήριου ιστορικής μαρτυρίας, γι’  αυτό και παρά τη λογοτεχνική γλώσσα και το ύφος του, σ΄ ένα βιβλιοπωλείο η θέση του είναι μάλλον στο πάγκο ή τις βιβλιοθήκες των βιβλίων ιστορίας παρά στις προθήκες της λογοτεχνίας.


Σύντομο χρονικό της ελληνικής μετανάστευσης


Αλλά αυτό, τρίτο, κάνει αναγκαία μια ματιά στη μεγαλύτερη εικόνα, αυτή της Ελληνικής μετανάστευσης.


Στην 30ετία μεταξύ 1900-1930 403.000 Έλληνες μετανάστευσαν στις λεγόμενες υπερπόντιες χώρες – η συντριπτική πλειοψηφία ΗΠΑ και πολύ δευτερευόντως Καναδά και Αυστραλία…


Η ελληνική μετανάστευση διακόπηκε από το 1930 και για την επόμενη 20ετία  λόγω του μεγάλου οικονομικού κραχ του ’28-’30 και στη συνέχεια του Β’Π.Π. και του Ελληνικού Εμφύλιου. Ξαναξεκίνησε διστακτικά από το 1950 και πιο οργανωμένα από το 1956, ενώ έσβησε με την οργανωμένη μορφή που είχε γύρω στα 1977, με το Γερμανικό κράτος να σταματά να προσλαμβάνει μετανάστες λόγω της ύφεσης από την πετρελαϊκή κρίση του ’72-’74. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν έσβησε ποτέ, απλώς το δεύτερο μισό του ’70 περιορίστηκε σε συγγενείς και φίλους ήδη εγκατεστημένων στη Γερμανία, ενώ μετά το 1980 και την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε., δε χρειαζόταν πια η έκδοση άδειας εργασίας και παραμονής.


Η στροφή του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ευρώπη συντελείται  την πενταετία 1956-1960, όταν από τους 162.000 Έλληνες που έφυγαν, οι μισοί μόνο πλέον είχαν ακόμα ως προορισμό ΗΠΑ/Καναδά/Αυστραλία. Την επόμενη πενταετία (1961-1965) η μετανάστευση εκτοξεύεται στο ψηλότερο σημείο της σε σύγκριση με όλα τα χρόνια πριν και μετά, με τους μετανάστες να φτάνουν σχεδόν το μισό εκατομμύριο ανθρώπους, ενώ μειώθηκαν πλέον στο ¼ αυτοί που έφυγαν για τα υπερπόντια εδάφη. Η επόμενη πενταετία (1966-1970) είχε επίσης ψηλή μετανάστευση, αλλά 100.000 λιγότερους απ’  ότι η προηγούμενη. Η πενταετία 1971-1975 είναι στο ύψος της πενταετίας 1956-1960, 177.000 ανθρώπους, αλλά προσανατολισμένους κυρίως προς Γερμανία κι Ευρώπη. Και η οργανωμένη μετανάστευση σβήνει με 37.000 ακόμα νέους μετανάστες τη διετία 1976-1977.


Από το σύνολο του 1.207.000 ανθρώπων που μετανάστευσαν από την Ελλάδα μεταξύ 1956-1977, το 72% περίπου ήταν άντρες ηλικίας 20-44 ετών και το 28% γυναίκες 18-35 ετών. Μόνο το 10% της συνολικής μετανάστευσης προερχόταν από την Αθήνα. Το 90% ήταν από την ελληνική επαρχία, κυρίως απ’  τις περιοχές που είχαν πληγεί περισσότερο από τον Εμφύλιο - άκληροι ή μικροαγρότες, χωρίς οποιαδήποτε εμπειρία δουλειάς σε εργοστάσιο. Τα ¾ απ’ αυτόν τον συνολικό αριθμό, περίπου 900.000, κατευθύνθηκαν σε χώρες της Δ. Ευρώπης, κυρίως Γερμανία και δευτερευόντως Βέλγιο.


Οι αιτίες της Ελληνικής μετανάστευσης ήταν πολιτικοοικονομικές:


-Ρήμαγμα μεγάλων περιοχών από τον Εμφύλιο «καπάκι» πάνω στη Γερμανική Κατοχή, ξεριζωμός των κομμουνιστών και της φτωχολογιάς της υπαίθρου.


-Μεγάλη ανεργία και υποαπασχόληση της αγροτιάς, γεωργικές εκμεταλλεύσεις βαθιά χρεωμένες στην Αγροτική Τράπεζα, κατασχέσεις, εργασιακή και κοινωνική ανασφάλεια


-Χαμηλότατο βιοτικό επίπεδο λόγω εμφυλίου και της εποχής που ακολούθησε.


-Τη δεκαετία 1950-1960 υπήρξε υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, με την Αθήνα να συγκεντρώνει 2.500.000 κατοίκους σε συνολικό Ελληνικό πληθυσμό 8.750.000. Τη συσσώρευση στην Αθήνα προκάλεσαν όχι μόνο οι πολιτικές διώξεις και η υποαπασχόληση στην ύπαιθρο, αλλά και τ’  ότι η ελληνική άρχουσα τάξη χρειαζόταν συγκεντρωμένη, φτηνή εργατική δύναμη με μικρό κόστος μεταφοράς.


Γιατί όμως η στροφή ειδικά στη Γερμανία;


Πριν το 1960 η Γερμανία είχε υπογράψει μια μόνο συμφωνία εισαγωγής ξένων εργατών, με την Ιταλία το 1955. Οι επισκέψεις στην Ελλάδα του Γερμανού Αντικαγκελάριου Λούντβιχ Έρχαρτ (επίσης Υπουργός Οικονομικών της ΟΔΓ, αργότερα Καγκελάριος) είχαν αρχίσει από το 1954, οι κρίσιμες ωστόσο αποφάσεις φαίνεται ότι δρομολογήθηκαν κατά το ταξίδι του τον Αύγουστο 1959, καθώς οι Γερμανοί βιομήχανοι είχαν ανακαλύψει το πολύ χαμηλό κόστος εργασίας των Ελλήνων εργαζόμενων. Ο Έρχαρτ πρότεινε στην Ελληνική κυβέρνηση τη δημιουργία, από μεριάς των Γερμανών βιομηχάνων, μικρών παραρτημάτων των εργοστασίων τους στην Ελληνική επαρχία, στα οποία θ’  απασχολούνταν ο τοπικός πληθυσμός. Η Ελληνική κυβέρνηση είχε, ωστόσο, άλλη άποψη: Αντιπρότεινε εξαγωγή του εργατικού δυναμικού της Ελληνικής επαρχίας στη Γερμανία. Μ΄ αυτό τον τρόπο, οι ίδιοι θ΄ απαλλάσσονταν από τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις, ενώ ταυτόχρονα θα επωφελούνταν από την εισαγωγή συναλλάγματος για την κάλυψη του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών.


Μετά από εξάμηνες διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε στις 30/3/1960 η περιβόητη «Ελληνογερμανική Συμφωνία» ή «Σύμβασις περί τοποθετήσεως Ελλήνων Εργατών εις Γερμανικάς επιχειρήσεις». Στη Γερμανία, ωστόσο, ονομάστηκε «η Διπλή Συνθήκη», καθώς μια μέρα πριν, στις 29/3/1960, είχε υπογραφεί παραπλήσια συμφωνία με την Ισπανία.


Η Γερμανία στη συνέχεια υπέγραψε παρόμοιες συμφωνίες το 1961 με την Τουρκία, το 1963 με το Μαρόκο, το 1964 με την Πορτογαλία, το 1965 με την Τυνησία, ενώ την τελευταία συμφωνία εισαγωγής ξένων εργατών υπέγραψε το 1968 με την Γιουγκοσλαβία. Με τις συμφωνίες αυτές οι βιομήχανοι εξασφάλισαν πάμφθηνο και άφθονο εργατικό δυναμικό για τη ραγδαία αναπτυσσόμενη Γερμανική βαριά βιομηχανία και τα ορυχεία, ενώ το Γερμανικό κράτος συνήψε σχέσεις με χώρες που είχαν υποφέρει και αντισταθεί την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής της Ευρώπης και μέρους της Βόρειας Αφρικής.


Η "ελληνογερμανική συμφωνία" μέσα από τις ιστορίες του "πέρα-δώθε"


Τέταρτη παρατήρηση, θα μπορούσε κανείς ν΄ απαριθμήσει θεωρητικά τι προέβλεπε η «Ελληνογερμανική Συμφωνία». - Ξεκινώντας μάλλον από το τι δεν κάλυπτε, αφού δεν προέβλεπε οποιαδήποτε μορφή ασφαλιστικής κάλυψης, ιατροφαρμακευτικής, νοσοκομειακής ή συνταξιοδοτικής, και χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια για να υπογραφεί το 1962 χωριστή συμφωνία για την ασφαλιστική κάλυψη των μεταναστών και των οικογενειών τους. - Πολύ καλύτερο από μια τέτοια απαρίθμηση είναι, ωστόσο,  να εντοπίσει κανείς τις ρυθμίσεις της έτσι όπως αυτές χαράζονταν ανεξίτηλα στα συμβάντα της ζωής, στη συνείδηση και στις απόψεις που διαμόρφωναν οι ίδιοι οι μετανάστες και τα κοντινά τους πρόσωπα. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει στο «πέρα δώθε» η Τζένη - και το κάνει πολύ αποτελεσματικότερα απ’  οποιονδήποτε γενικό ιστορικό απολογισμό.


Έτσι π.χ. στη ιστορία με τίτλο «Γενική ούρων» το γενικότερο πλαίσιο είναι η λειτουργία στην Αθήνα από το 1960 και στη Θεσσαλονίκη από το 1962 των «Εν Ελλάδι Γερμανικών Επιτροπών», που είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιλέγουν ανάμεσα στις τεράστιες ουρές υποψήφιων για μετανάστευση που σχηματίζονταν, ποιοι θα έπαιρναν την έγκριση για τη Γερμανία. Στο διήγημα υπάρχει μια πλήρως ρεαλιστική καταγραφή των συνθηκών περάσματος από το Γερμανικό ιατρικό προσωπικό στη διάρκεια αυτού του ξεδιαλέγματος, που ξεκινούσε από την έρευνα του στόματος και των ματιών και συνεχιζόταν μ΄ έρευνα κάθε οπής του γυμνού σώματος, αντρικού ή γυναικείου. Η μάνα της Τζένης έχει διπλή αγωνία να πάρει την έγκριση, γιατί ο άντρας της βρίσκεται ήδη στη Γερμανία κι έχει να τον δει τρία χρόνια – κι αυτή εδώ είναι η μοναδική ευκαιρία για επανένωση της οικογένειας. Παθαίνει όμως ένα φοβερό σοκ, όταν την αναγκάζουν εντελώς απροειδοποίητα να περάσει τη στάνταρ γυμνή εξέταση – και την καταλαβαίνω καλά, γιατί το ίδιο σοκ πάθαμε κι εμείς τον Ιούλιο του 1974, όταν περνώντας το κατώφλι των φυλακών Κορυδαλλού μας ανάγκασαν οι δεσμοφυλακίνες να κάνουμε κάτι που δεν είχε γίνει τους πέντε προηγούμενους μήνες ανάκρισης στην Ασφάλεια ούτε μας είχε οποιοσδήποτε προειδοποιήσει ότι θα γίνει, να γδυθούμε εντελώς και να υποβληθούμε σε έλεγχο για ναρκωτικά σε κάθε οπή του σώματος μας. Πίσω στη Γερμανική Επιτροπή, είναι τόσο έντονο το σοκ που δοκιμάζει, ώστε δεν μπορεί να κατουρήσει στο μπουκάλι που της δίνουν για να ολοκληρωθεί μ΄ επιτυχία η ιατρική εξέταση. Στην απελπισία της μέσα, καθώς όλα θα χαθούν αν δεν καταφέρει να επιστρέψει το μπουκάλι με ούρα, διασώζεται από την προσφορά μιας συνυποψήφιας μετανάστριας να μοιραστούν τα δικά της ούρα - αφού τη διαβεβαιώνει ότι η ίδια είναι «γερή σα δαμάλα». Είναι η πρώτη, ανάμεσα σε πολλές άλλες, ιστορίες ασυνείδητης ή συνειδητής ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα σε όλα τα μιλέτια του πολιτικού Νότου, ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στις οποίες έχουν αυτές που αφορούν Έλληνες και Τούρκους εργάτες στη «Μερτσέντες» και σε άλλα Γερμανικά εργοστάσια. Η Τζένη κλείνει την ιστορία με μια από τις πιο χαρακτηριστικές υφολογικά φράσεις της για το πως υπογράφηκε το κοντράτο για την ξενιτιά: «Με ξένα ούρα, η μάνα μου.»


Στο πλαίσιο της μεγάλης ιστορίας αυτό θίγει δυο γενικότερα θέματα: Πρώτον, η μετανάστευση δεν μειώνει απλώς τον πληθυσμό αριθμητικά π.χ. σύμφωνα με την απογραφή του 1961, την πενταετία αιχμής 1961-1965 οι μόνιμα μεταναστεύσαντες αποτελούν το 2,9% του συνολικού αριθμού του Ελληνικού πληθυσμού. Μέσω του εξονυχιστικού ελέγχου της υγείας των υποψήφιων μεταναστών, αλλά και παράλληλων ελέγχων των τεχνικών κ.α. γνώσεων και δεξιοτήτων τους στο πλαίσιο και πάλι της «Γερμανικής Επιτροπής», οι Γερμανοί συγκεντρώνουν και στέλνουν στη Γερμανία αυτό που όλοι οι ερευνητές ονομάζουν συμβατικά «ανθό της Ελληνικής κοινωνίας»: τους πιο υγιείς και δυνατούς νεαρούς ανθρώπους παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας, προετοιμασμένους να δουλέψουν πολύ σκληρά. Κατ’  αντιστοιχία, σήμερα, φεύγει από την Ελλάδα το πιο μορφωμένο κομμάτι των νέων. Την τότε απώλεια, τις χαμένες ευκαιρίες για ένα άλλο επίπεδο ανάπτυξης και μια καλύτερη ελληνική κοινωνία αν δεν είχανε χάσει αυτό τον «ανθό» των νέων ανθρώπων, μπορούμε να τα φανταστούμε. Τις επιπτώσεις από την ερήμωση της χώρας από το πιο μορφωμένο κομμάτι των νέων ανθρώπων της, ωστόσο, τις ζούμε ήδη τώρα.


Στην ιστορία με τίτλο «Το ταξίδι» η Τζένη θίγει ένα από τα σημαντικότερα θέματα που προέκυπταν από τον τρόπο οργάνωσης της μετανάστευσης από τις Γερμανικές Επιτροπές, που είχαν την ευθύνη οργάνωσης όχι μόνο της επιλογής, αλλά και του ταξιδιού: Ενώ τόσοι ειδικοί ασχολούνταν τόσες ώρες για να εξετάζουν τα δόντια, τα μάτια και το σώμα των υποψήφιων για μετανάστευση, όταν επιτέλους τους έδιναν να υπογράψουν το κοντράτο, κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να τους πει δυο λόγια για το ταξίδι τους και για το τι τους περίμενε εκεί, να τους μάθει κάποιες βασικές φράσεις π.χ. πως να ζητήσουν ένα ποτήρι νερό. Κατά πάσα πιθανότατα, επειδή στα μάτια των Γερμανών μεγαλοεργοδοτών και των υπαλλήλων τους, που είχαν την ευθύνη «διαχείρισης» τους οι μετανάστες φάνταζαν «κομμάτια» (Stuecke) – όπως τους αποκαλούσαν και στις αριθμητικές προβλέψεις της «Συμφωνίας», ουσιαστικά απανθρωποποιώντας τους. Στην ιστορία «Το ταξίδι» ένα από τα «κομμάτια» είναι η μάνα της Τζένης, που επιβιβάζεται στο «Κολοκοτρώνης», που διαθέτει μια κουκέτα για κάθε μετανάστη, για το  δρομολόγιο Πειραιάς-Πρίντεζι κι από κει σιδηροδρομικά για το Μόναχο – φθηνότερος τρόπος μεταφοράς  από το κατευθείαν σιδηροδρομικό ταξίδι «Αθήνα-Μόναχο». Όταν ρωτάει που είναι αυτός «ο Μπρίντεζης» και μαθαίνει ότι είναι στην Ιταλία, πανικοβάλλεται πιστεύοντας ότι έχει ανέβει σε λάθος καράβι, αφού αυτή βεβαίως πάει στην Γερμανία, όχι στην Ιταλία. Η Τζένη σημειώνει: “Δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να τους βοηθήσει στο ταξίδι, να τους πει που θα πάνε, τι θα βρουν στον ξένο τόπο, ποιος θα τους περιμένει, να τους ορμηνέψουν, να τους μάθουν 5 λέξεις, βρε αδερφέ, να μη νιώθουν τόσο μόνοι, τόσο ξένοι.»   


Στην ίδια ιστορία μαθαίνουμε και για άλλη μια πρόβλεψη της Συμφωνίας: Στο πλοίο βεβαίως δεν στρώνουν τραπέζι για τη φτωχολογιά, αλλά το ταξίδι είναι πολυήμερο. Γι΄ αυτό οι «χορηγοί» βιομήχανοι είχαν φροντίσει με την είσοδο τους στο καράβι, να παίρνει ο καθένας ένα διχτάκι με προσφάι. Έδιναν ακριβώς ότι περιγράφει η Τζένη: «Μια κονσέρβα (ρέγγα ή κορνμπίφ), λίγο σαλάμι (ή λίγο τυρί κι ελιές), δυο ψωμάκια και μια μπανάνα. Με αυτά έπρεπε να τη βγάλουν, γιατί στο καράβι φαγητό γιοκ».


Η μάνα και ο πατέρας - Δυο πορτρέτα


Πέμπτη & τελευταία παρατήρηση, η Τζένη αποτυπώνει χωρίς ωραιοποίηση και με εκπληκτική ευαισθησία σε μια σειρά από τις ιστορίες της τα πορτρέτα της μάνας και του πατέρα της. Ξεκινώντας από δυο ανθρώπους που έπρεπε σμίγοντας να ξαναγνωριστούν σαν άνθρωποι, αλλά κι ερωτικά, από την αρχή, μέχρι τη μετατροπή και των δύο – ο καθένας με τον δικό του τρόπο – σε ανθρώπους που κατάφεραν να πάρουν με περίσσια δύναμη τη ζωή τους στα χέρια τους.


Η μάνα της κυβερνά με πυγμή και λιτότητα το σπιτικό τους, αγοράζοντας με τις φίλες της – και σε αντίθεση με τον άντρα της - ότι φτηνότερο υπάρχει στην αγορά, καταφέρνοντας ωστόσο να φροντίζει έτσι τη Τζένη και την αδερφή της, ώστε να αισθάνονται συχνά πως πνέει μες στα δυο δωμάτια του σπιτικού τους ο αέρας της Μουργκάνας. Η γυναίκα που ήθελε να κατέβει από το καράβι για τον Πρίντεζι, επειδή αυτό πήγαινε στην Ιταλία, μαθαίνει να λύνει, να δένει και να επιδιορθώνει τις μηχανές καλύτερα από τους άντρες συναδέρφους της. Και βγάζει με τόση άνεση τη δουλειά με το κομμάτι στην παραγωγή στο εργοστάσιο της «Μερτσέντες», ώστε για να μην ανεβάσει το απαιτούμενο «ακόρντ» για τους άλλους, κρύβει τα παραπάνω κομμάτια και τα χρησιμοποιεί για να συμπληρώνει την παραγωγή της όταν είναι άρρωστη ή ανόρεκτη, αλλά και για να βοηθά συναδέρφους της που δεν καταφέρνουν να βγάλουν το υποχρεωτικό όριο – καταφέρνοντας, μάλιστα, ν΄ αναγκάσει τον επιστάτη να κάνει τα «στραβά μάτια» όποτε την πιάνει «στα πράσα». Χάρη σε μια Γερμανίδα φίλη της, μαθαίνει για πρώτη φορά στη ζωή της dress code, σύμφωνα και με την ομώνυμη ιστορία - ποια χρώματα, ποια σχέδια και ποιες υφές υφασμάτων πάνε ή δεν πάνε μαζί, τόσο ώστε ως νεόφωτη να πει σε Ελληνίδα φίλη της: «Αμάν, βρε Μαρία, είπαμε, δεν πάει η τρεβίρα με τα μάλλινα…» Κι ενώ η Ελληνική κοινότητα απομονώνει την Πανωραία στο ομώνυμο διήγημα, ένα κορίτσι που απαλλάχτηκε από την τυραννία του αγρότη πατέρα και του αδερφού μεταναστεύοντας μόνη της και τους πέταξε και τους δυο έξω όταν αυτοί εμφανίστηκαν στο δωμάτιο της στη Γερμανία για να την παντρέψουν με συνοικέσιο, που έγινε ανεξάρτητος άνθρωπος, μοδίστρα, ορκισμένος εχθρός του γάμου με γιο εκτός υμεναίου, η οικογένεια της Τζένης είναι η μόνη που θα της ανοίξει διάπλατα το σπίτι της.


Ο πατέρας της - που ο καλλίτερος του φίλος είναι ένας Τούρκος πρωτοπόρο στοιχείο, ο Μπουλέντ της ομώνυμης ιστορίας, που μετά την ήττα μιας μεγάλης απεργίας που πρωτοστάτησε, θ’  απολυθεί απ’  το εργοστάσιο και θ’  απελαθεί πίσω στην Τουρκία, που οι φίλοι του απ’  το εργοστάσιο είναι και Έλληνες και απ’  όλα τ’  άλλα εργαζόμενα μιλέτια, που καταλαβαίνει την ανάγκη να πάει να ζήσει σε γερμανική γειτονιά κι όχι σε γκέτο γκασταρμπάιτερ, ώστε να καταφέρει η οικογένεια του να γνωριστεί πραγματικά με την Γερμανική κοινωνία, που στέλνει τελικά γι΄ αυτό τα κορίτσια του σε Γερμανικό σχολειό κι είναι τόσο αποφασισμένος για τ’  ότι πρέπει να σπουδάσουν, ώστε να κόβει την καλημέρα σε όποιον του λέει να τα βάλει στην παραγωγή για να ξεκουραστούν ο ίδιος κι η γυναίκα του, που ριζοσπαστικοποιείται μέσα απ’  τη δουλειά στο εργοστάσιο και τις παρέες του ώστε να συμμετάσχει μαζί με τη γυναίκα του σε απεργία στη «Μερτσέντες» και, παρά τις απειλές, αντιμετωπίζει στα ίσα μαζί με άλλους Έλληνες εργάτες τον Πρόξενο της Χουντικής Ελλάδας, έχει προσδέσει ανεπανόρθωτα την ψυχή του στις «σειρήνες της Μουργκάνα»: Στην ηπειρώτικη μουσική, στο κλαρίνο και στα ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια, στο χορό που, μπροστά  στα μάτια της μικρής κόρης του, τον μετατρέπει «σε ξωτικό». Αυτός που, μαζί με τη γυναίκα του, έζησε δουλεύοντας μέχρι τη συνταξιοδότηση τους στη Γερμανία, παραμένοντας  ωστόσο «ο ξένος», γίνεται στο χωριό του, όταν τελικά επέστρεψε, «ο Γερμανός». Το 2015 δεν θα ξεχάσω ποτέ τους Ηπειρώτες μουσικούς που έπαιζαν κλαρίνο πάνω απ’  τον τάφο του, ενώ τον θάβανε στο νεκροταφείο του χωριού του σε μια κορφή της Μουργκάνας, απ’ όπου έβλεπες από ψηλά τα σύνορα με την Αλβανία κυριολεκτικά κολλημένα στα τελευταία κάτω σπίτια του χωριού και με γυμνό μάτι κάθε λεπτομέρεια στις ράχες των γειτονικών Αλβανικών βουνών.


Για να καταλήξει η Τζένη στην τελευταία της ιστορία, με τίτλο «Ξενητιά, καημός ανάλλαχτος», σε συνομιλία με τους γονείς της: «Στο απορημένο, στο τρομαγμένο βλέμμα του ξένου, του μετανάστη, του πρόσφυγα, συναντώ το δικό σας βλέμμα, βρίσκω τον δικό σας πόνο. Πόνος, καημός ανάλλαχτος η ξενιτιά. Ξέρετε εσείς καλύτερα από μένα. Ω, μην ανησυχείτε, γίνομαι τώρα η φωνή σας και μιλώ.»  

  

Όπως έγραψε κι ο Εδουάρδο Γκαλεάνο για τους πολέμους για τη μνήμη: «Δεν υπάρχει ιστορία βουβή. Όσο κι αν την τσακίσουν, όσα ψέματα και να πουν, η ανθρώπινη ιστορία αρνείται  να κλείσει το στόμα της.»


 

Βιβλιογραφία:


1. Τζένης Σιούτη: «πέρα δώθε / διηγήματα μετανάστευσης». Εκδόσεις Θεμέλιο (2025)


2. Κατερίνας Κυριακού: «”Το αυτό επιθυμώ και δι' εσάς...|” - η ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία τη δεκαετία του '60». Περιοδικό «Εκπαίδευση & Θέατρο». Τεύχος 14 (2013)


3. «Από την ιστορία της μετανάστευσης: Η περίπτωση  των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία», Ριζοσπάστης (27/9/2015)


4. «Δοκίμιο της Ιστορίας του ΚΚΕ», Β΄ Τόμος / 1949-1968 (2011)


5. «Έλληνες μετανάστες στη Δ. Γερμανία - παρελθόν, μνήμη, ιστορία. Συζητούν: Γιώργος Ματζουράνης – Βαγγέλης Καραμανωλάκης». Ψηφιακό εκδοτικό των ΑΣΚΙ «2 αιώνες σε 21 εκπομπές» (2021)


6. «Η μετανάστευση των Ελλήνων στη Δ. Γερμανία τη δεκαετία του ‘60» - Ερευνητική δράση 100memories.gr, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (2022-2023)  

 

 

 

 


6.2.2026 α) Το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου "διηγημάτων μετανάστευσης" της Τζένης Σιούτη "ΠΕΡΑ-ΔΩΘΕ στη Λέσχη Βιβλίου του ΘΕΜΕΛΙΟΥ β) Η ομιλία της Ν. Βαλαβάνη στην παρουσίαση επίσης γραπτά 6.2.2026 α) Το βίντεο της παρουσίασης του βιβλίου "διηγημάτων μετανάστευσης" της Τζένης Σιούτη "ΠΕΡΑ-ΔΩΘΕ στη Λέσχη Βιβλίου του ΘΕΜΕΛΙΟΥ β) Η ομιλία της Ν. Βαλαβάνη στην παρουσίαση επίσης γραπτά Reviewed by Νάντια Βαλαβάνη on 5:24:00 μ.μ. Rating: 5